Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο.

 Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ, με λίγα λόγια...

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Για την πατρίδα μας τα χρόνια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου συνδέονται με την θλιβερώτερη περίοδο της νεώτερης ιστορίας της. Η Ελλάδα βρέθηκε βαθειά διαιρεμένη από τα τραγικά λάθη των πολιτικών της ηγετών και τις ωμές παρεμβάσεις των «Μεγάλων Δυνάμεων», οι οποίες -με το πρόσχημα του πολέμου στην Ευρώπη- βρήκαν ευκαιρία να βγάλουν τον χειρότερο αποικιοκρατικό εαυτό τους και να εξουθενώσουν πολιτικά και οικονομικά, ακόμα και να ακρωτηριάσουν εδαφικά την μικρή αυτή χώρα, τιμωρώντας την πιθανώς για τις νίκες της στους προηγηθέντες Βαλκανικούς πολέμους. Η περίοδος αυτή του  Εθνικού Διχασμού», όπως αποκαλείται στα ιστορικά βιβλία, είχε επιπτώσεις οι οποίες είναι αισθητές ακόμη και σήμερα στην χώρα μας.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Όπως είναι γνωστό, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1914 με την εισβολή της Αυστροουγγαρίας στην Σερβία, με αφορμή την δολοφονία του Αυστριακού Αρχιδούκα Φραγκίσκου Ιωσήφ στο Σεράγιεβο της Βοσνίας από Σέρβους εθνικιστές, και συνεχίσθηκε μέχρι τον Νοέμβριο του 1918, μεταξύ της Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας, Βουλγαρίας και Τουρκίας από την μία και της Βρετανίας, Γαλλίας, Ρωσίας καθώς και της Ελλάδος και Ρουμανίας από την άλλη. Μέχρι το καλοκαίρι του 1915 οι Σέρβοι κατάφεραν να κρατήσουν, με πραγματικά ηρωική άμυνα, τους Αυστριακούς έξω από την πατρίδα τους.

Ήδη όμως με την έναρξη της Αυστριακής εισβολής είχε δημιουργηθεί θέμα συμμετοχής της Ελλάδας στην σύρραξη αυτή. Λίγο πριν τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο του 1913, η Ελλάδα και η Σερβία είχαν υπογράψει αμυντική συμφωνία 10 ετούς διάρκειας – με κύριο στόχο την άμυνα έναντι της Βουλγαρίας – βάση της οποίας αν μία από τις χώρες δεχόταν επίθεση από τρίτη χώρα, ή άλλη έπρεπε να διαθέσει στρατεύματα για να την βοηθήσει. Και ενώ η συμφωνία αυτή εφαρμόσθηκε το 1913 εναντίον της Βουλγαρίας, το 1914 δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοσθεί για καθαρά στρατιωτικούς επιχειρησιακούς και στρατηγικούς λόγους. Όμως η χώρα μας τηρούσε ευμενή προς την Σερβία ουδετερότητα, επιτρέποντας τον ανεφοδιασμό της από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα στις 28 Ιουλίου, είχε ήδη απορρίψει επιτακτικό αίτημα της Γερμανίας να συμμαχήσει με τις Κεντρικές Δυνάμεις, λέγοντας οτι θέλει να παραμείνει ουδέτερη.

ΤΟ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΣΚΗΝΙΚΟ
Η ελληνική κυβέρνηση όμως, θεωρώντας ότι τελικά η χώρα μας θα εξαναγκαζόταν να συμμετάσχει στον πόλεμο αυτόν, απευθύνθηκε προς την Αντάντ τον Αύγουστο του 1914, προκειμένου να συμμαχήσει με αυτούς εναντίον της Γερμανίας. Η απάντηση ήταν αρνητική, κυρίως λόγω της επιθυμίας των Αγγλογάλλων να προσελκύσουν την Βουλγαρία στο στρατόπεδό τους, υποσχόμενες σ’ αυτήν -μεταξύ άλλων- και την Ανατολική Μακεδονία, αλλά και λόγω της μη επιθυμίας της Ρωσίας να δεχθεί πιθανή επέκταση της Ελλάδος στα Βαλκάνια.

Με την δυσμενή εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε βάρος της Σερβίας, η Αντάντ τον Ιανουάριο του 1915, ζήτησε από την Ελλάδα να εξέλθει στον πόλεμο υπέρ της, υποσχόμενη την αποστολή ενός Βρετανικού Σώματος Στρατού σε βοήθειά της, ενω ταυτόχρονα υποσχέθηκαν ότι θα δώσουν μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα την περιοχή της Σμύρνης. Παράλληλα όμως απαιτούσαν από αυτήν να κάνει εδαφικές παραχωρήσεις στην Βουλγαρία, την οποίαν ήλπιζαν έτσι ότι θα προσήλκυαν στο στρατόπεδό τους. Το αίτημα αυτό, όπως ήταν φυσικό, απορρίφθηκε από την Ελλάδα.

Νέα διπλωματική προσπάθεια της Αντάντ για συμμετοχή της Ελλάδος εκδηλώνεται τον Φεβρουάριο του 1915. Η Ελληνική πολιτική ηγεσία αρνείται και πάλι λόγω της ουδετερότητας της Ρουμανίας και της αποφυγής των κυβερνήσεων της Αντάντ να εγγυηθούν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας. Εν τω μεταξύ, η Γερμανία τον Αύγουστο του 1915 έστειλε στρατεύματα στην Σερβία για να βοηθήσουν την σύμμαχό της Αυστροουγγαρία, ενώ τον Σεπτέμβριο η Βουλγαρία κήρυξε γενική επιστράτευση. Δέκα ημέρες μετά, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει το διάταγμα της γενικής επιστρατεύσεως και ο ελληνικός στρατός άρχισε να συγκεντρώνεται στην ανατολική Μακεδονία.

Στην χρονική αυτή στιγμή εκδηλώθηκε σημαντική διάσταση απόψεων μεταξύ της πολιτικής (Βενιζέλου) και της πολιτειακής (βασιλέως Κωνσταντίνου) ηγεσίας της Ελλάδος. Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος, είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι η Ελλάδα θα εξαναγκαζόταν να βγεί στον πόλεμο ούτως ή άλλως, ενώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος – έχοντας εξασφαλίσει την εγγύηση της Γερμανίας για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος σε περίπτωση ουδετερότητας – επέμενε στην μη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο. Ο πρωθυπουργός κάλεσε τις δυνάμεις της Αντάντ να αποστείλουν ούτως ή άλλως στρατεύματα στην Θεσσαλονίκη πιστεύοντας ότι μέχρι να αποβιβασθούν αυτά θα είχε μεταπείσει τον βασιλιά.

Οι πρώτες δυνάμεις της Αντάντ, δύο μεραρχίες πεζικού, έφθασαν στην Θεσσαλονίκη στις 17 Σεπτεμβρίου του 1915, αιφνιδιάζοντας τόσο την κυβέρνηση όσο και τον Ελληνικό Στρατό, διότι αφ’ ενός ο πρωθυπουργός είχε κρατήσει την συμφωνία αυτή μυστική προκειμένου να μεταπείσει τον βασιλιά, αφ’ ετέρου η Αντάντ δεν τήρησε το χρονοδιάγραμμα που είχε συμφωνηθεί. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τότε ζήτησε την παραίτηση της κυβερνήσεως Βενιζέλου και την αντικατέστησε με κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Με την ουδετερότητα της χώρας να έχει ήδη παραβιασθεί στην πράξη, η Ελλάδα ενώ συνέχισε να διακηρύσσει την ουδετερότητά της, στην πράξη όμως πλέον προσπαθούσε απεγνωσμένα να ισορροπήσει μεταξύ των δύο μεγάλων συνασπισμών.

Εν τω μεταξύ, ο Σερβικός στρατός, καθώς είχε δεχθεί επίθεση και από την Βουλγαρία, υποχώρησε και τελικά εξαναγκάσθηκε μέχρι το τέλος του 1915, να εγκαταλείψει την χώρα του και να καταφύγει με πολλές απώλειες στην Αλβανία και από εκεί στην Κέρκυρα, ενώ τα Συμμαχικά στρατεύματα της Αντάντ δημιουργούσαν το «περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης». Την ίδια στιγμή τα ισχυρά Γερμανικά, Αυστροουγγρικά και Βουλγαρικά στρατεύματα κινήθηκαν προς τα Ελληνικά σύνορα, όπου και σταμάτησαν μέχρι τον Μάρτιο του 1916, οπότε εισέβαλλαν στην Ελλάδα. Οι Ελληνικές μονάδες που είχαν μερικώς αποστρατευθεί εν τω μεταξύ, δεν αντέταξαν αντίσταση, επιτρέποντας στους Γερμανούς να καταλάβουν το Ρούπελ καθώς και να αιχμαλωτίσουν αμαχητί αρκετές χιλιάδες Ελλήνων στρατιωτών, που είχαν παγιδευθεί στην Καβάλα. Αυτό προκάλεσε σοκ στην ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και μεγάλη δυσαρέσκεια στους Συμμάχους, που απαίτησαν πλέον την αποστράτευση των Ελληνικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, θεωρώντας τώρα την Ελλάδα εχθρική χώρα, επέβαλλαν σειρά μέτρων στην ελληνική κυβέρνηση, που ουσιαστικά κατέλυαν την εθνική κυριαρχία της χώρας.

Η ταπεινωτική αυτή κατάσταση οδήγησε τον πρώην πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, μαζί με τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον Στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή να προκαλέσουν τον Σεπτέμβριο του 1916, με την συμμετοχή πολλών στρατιωτικών μονάδων της Θεσσαλονίκης, το κίνημα της Εθνικής Άμυνας και να συγκροτήσουν μία επαναστατική κυβέρνηση εκεί, ανεξάρτητη από αυτή των Αθηνών, επισημοποιώντας τον ήδη βαθύτατο πολιτικό διχασμό του ελληνικού λαού. Η επίσημη κυβέρνηση των Αθηνών, υπό τον βασιλέα Κωνσταντίνο και με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Σκουλούδη, παρέμεινε μέχρι τον Μάϊο του 1917, οπότε και ο βασιλιάς εξαναγκάσθηκε από τους Αγγλογάλλους συμμάχους σε παραίτηση, αντικαταστάθηκε από τον διάδοχο πρίγκιπα Αλέξανδρο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος έγινε Πρωθυπουργός της ενωμένης πλέον Ελλάδος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η βαθειά τραυματισμένη Ελλάδα, από το 1917 και μετά συμμετέχει στον πόλεμο σαν πλήρης σύμμαχος της Αντάντ. Επιστρατεύει για τρίτη φορά σε πέντε χρόνια μονάδες, και παρά τα όποια προβλήματα από τον διχασμό των πολιτών σε «βενιζελικούς» και «βασιλικούς», καταφέρνει να συγκροτήσει αξιόμαχο στρατό. Στις 17 Μαΐου του 1918, το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης, με τις Μεραρχίες Σερρών, Κρήτης και Αρχιπελάγους, μετά από εξαιρετικά σκληρό αγώνα, κατήγαγε περίλαμπρη νίκη καταλαμβάνοντας παρά τις σοβαρές απώλειες, την ισχυρή αμυντική τοποθεσία του Σκρά ντι Λέγκεν. Η μεγάλη αυτή επιτυχία των ελληνικών όπλων κατέδειξε την υψηλή μαχητική αξία των ελληνικών στρατευμάτων και προκάλεσε πλήθος εγκωμιαστικών σχολίων και επαίνων από την Βρετανική και Γαλλική στρατιωτική ηγεσία.

Δύο μήνες αργότερα αποφασίσθηκε η ανάληψη γενικής επιθέσεως στο "Μακεδονικό Μέτωπο", όπως λεγόταν πλέον. Οι ελληνικές Μεραρχίες Σερρών και Κρήτης, σε στενή συνεργασία με το Βρετανικό ΧΙΙ Σώμα Στρατού, επιτίθενται τον Σεπτέμβριο του 1918 στον τομέα της λίμνης της Δοϊράνης και παρά τις βαρειές απώλειες εξαναγκάζουν τις Βουλγαρικές μονάδες σε εγκατάλειψη των θέσεών τους και γενική υποχώρηση. Στις 30 Σεπτεμβρίου, η Βουλγαρία συνθηκολόγησε και οι επιχειρήσεις στο Μακεδονικό μέτωπο τερματίσθηκαν.

Για την απόδοση των ελληνικών στρατευμάτων στον πόλεμο αυτό, η Συμμαχική στρατιωτική ηγεσία εκφράσθηκε επισήμως με πολύ εγκωμιαστικά σχόλια, όπως ο Βρετανός στρατηγός Μίλν (« … σας ευχαριστώ για την ανδρεία και την επιμονή σας, οι οποίες είναι ανώτερες κάθε επαίνου. Είμαι υπερήφανος που σας είχα υπό τις διαταγές μου») και ο Ανώτατος Διοικητής Γάλλος στρατηγός Φρανσέ ντ’ Εσπερέ.

Απομένει σε μας, τους νεώτερους Έλληνες να αναλογισθούμε πόσο καλύτερη θα ήταν η μεταπολεμική διπλωματική θέση και το εδαφικό μέγεθος της πατρίδας μας, αν οι Έλληνες βαδίζανε στον πόλεμο αυτό, που τους επιβλήθηκε από τις διεθνείς συγκυρίες, όχι ψυχικά διχασμένοι και αλληλομισούμενοι, αλλά ενωμένοι και καθοδηγούμενοι, όπως και στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, κάτω από ενιαία και ομονοούσα ηγεσία.

Σ. Χριστοδούλου

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο