Η άλωση της Θεσσαλονίκης απο τους Σαρακηνούς πειρατές - 904 μ.X.

Πως μια αρμάδα Σαρακηνών πειρατών κατάφερε να λεηλατήσει την μεσαιωνική Θεσσαλονίκη...

Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Κατά την διάρκεια του Γ’ Ιερού Πολέμου (355-352 π.Χ.) οι Μακεδόνες υπό τον Φίλιππο Β’ Αργεάδη, νίκησαν τους Φωκαείς υπό τον Ονόμαρχο στο Κρόκιο Πεδίο (στον σημερινό Αλμυρό Μαγνησίας). Ο βασιλιάς Φίλιππος 'Β είχε παντρευτεί την κόρη του τυράνου των Φερών, Νικησίπολη, με την οποία απέκτησε μία κόρη, ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Νικησίπολις πέθανε λίγο μετά τον τοκετό, και ο Φίλιππος ονόμασε την κόρη που απέκτησε μαζί της Θεσσαλονίκη, σε ανάμνηση της νίκης του στο Θεσσαλικό πεδίο. Η κόρη του παντρεύτηκε τον στρατηγό Κάσσανδρο, ο οποίος έκτισε μία πόλη στην θέση των παλαιότερων οικισμών Θέρμη, Κισσού και άλλων, στην οποία έδωσε το όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης.

Η πόλη καθώς βρισκόταν κτισμένη σε στρατηγική θέση, γρήγορα αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε σε μεγάλο λιμάνι. Η σημασία της μεγαλώνει με την παροδο των αιώνων, ωστε κατά τον μεσαίωνα (Βυζάντιο) είναι μεγάλο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο τόσο για την Αυτοκρατορία όσο και για ολόκληρη την χερσόνησο του Αίμου (Βαλκάνια).

ΤΟ ΑΡΑΒΙΚΟ ΕΜΙΡΑΤΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Μεταξύ του 9ου και του 10ου αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία απειλείται από τους Άραβες στα μέτωπα της Μικράς Ασίας και από τους Βούλγαρους στο χώρο της Βαλκανικής. Όμως από την Κρήτη, η οποία είχε καταληφθεί από τους Άραβες της Ανδαλουσίας το 824, εμφανίζονται οι Σαρακηνοί ή Μοζάραβες ή Άφροι πειρατές, οι οποίοι έχοντας ως βάση τα λιμάνια της Κρήτης και της Συρίας, λυμαίνονται τα παράλια του Αιγαίου (βλ. σχετικό κείμενο: "Το μεσαιωνικό εμιράτο της Κρήτης"). Ο αυτοκράτορας Λέων Στ´ ο Σοφός (889-912 μ.Χ.) έδειξε μία απροθυμία ως προς την έγκαιρη αντιμετώπιση του στόλου των Σαρακηνών, πιθανόν λόγω της εξασθένισης του στόλου από τις μεγάλες εκστρατείες του προκατόχου του Βασιλείου Α´ του Μακεδόνος στην Αδριατική, τη Σικελία και την Ιταλία. Έτσι οι πειρατές αυτοί, σταδιακά κυριαρχούν στο Αιγαίο και με αρχηγούς πολλές φορές εξωμότες, λεηλατούν παραθαλάσσιες πόλεις όπως την Δημητριάδα (Βόλος) το 902 μ.Χ., καθώς και νησιά όπως την Λήμνο. Αρχηγός του αραβικού στόλου κατά της Δημητριάδος και της Λήμνου, ήταν ο αρνησίθρησκος Δαμιανός.

Την άνοιξη του 904 μ.Χ. ο επίσης αρνησίθρησκος Λέων ο Τριπολίτης  (από τη  Τρίπολη του Λιβάνου - "Γκουλάμ Ζουράφα" σύμφωνα με τις αραβικές πηγές της εποχής) με ισχυρό στόλο κατευθύνεται προς τα Στενά του Ελλησπόντου. Ο δρουγγάριος των πλωΐμων (αρχηγός του ναυτικού) Ευστάθιος διατάσσεται να τον αναχαιτίσει, όμως αναγκάζεται να οπισθοχωρήσει πιθανόν υπολογίζοντας τις υπέρτερες ναυτικές δυνάμεις του. Ο Λέων Τριπολίτης θα φθάσει έως το Πάριον της Προποντίδος, στη συνέχεια όμως θα εξέλθει από τα Στενά και θα κατευθυνθεί προς τα δυτικά. Ο νέος αρχηγός του βυζαντινού στόλου, ο πρωτοασηκρήτης Ιμέριος θα πλεύσει εναντίον του και θα τον συναντήσει στη Θάσο, όπου όμως θ΄αποφύγει και αυτός τη σύγκρουση.

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε οτι μία από τις βασικές πηγές για την άλωση της Θεσσαλονίκης, αποτελεί η αφήγηση του ιερέα Ιωάννη Καμενιάτη, ο οποίος ήταν παρών στα γεγονότα, αιχμαλωτίσθηκε και οδηγήθηκε στην συνέχεια μαζί με την οικογένειά του και χιλιάδες άλλους κατοίκους της πόλης, στην Κρήτη και τελικά στην Τρίπολη της Συρίας.

Οι Θεσσαλονικείς πληροφορούμενοι τα σχέδια των Σαρακηνών για επίθεση στην πόλη προσπαθήσαν να ενισχύσουν την άμυνά τους επιδιορθώνοντας και ενισχύοντας και συμπληρώνοντάς με ξύλινους πύργους τα παραθαλάσσια τείχη τα οποία είχαν παραμεληθεί, αλλά και ρίχνοντας μονοκόμματες πέτρες από ταφικά μνημεία στη θάλασσα για να εμποδίσουν την πλεύση των εχθρικών πλοίων. Παράλληλα, κλείσανε με σιδερένια αλυσίδα στην είσοδο του λιμανιού του Κωνσταντίνου και έκαναν έκκληση για βοήθεια προς τους Σκλαβήνους (σλαβικό φύλο που ζούσε σε μικρές ομάδες στην ύπαιθρο) και στον στρατηγό του θέματος Στρυμώνος.

Η πόλη έντρομη αντικρίζει το πρωί της 29ης Ιουλίου του 904 μ.Χ. την εμφάνιση των 54 πειρατικών πλοίων με πλήρωμα 200 πειρατές το καθένα (δηλαδή 11.000 περίπου άγριους πολεμιστές) κυρίως από την Αίγυπτο και το Σουδάν, με αρχηγό τους, όπως είπαμε τον Λέοντα Τριπολίτη. Μετά από κατόπτευση και αναζητώντας τα αδύνατα σημεία του θαλάσσιου τείχους ξεκίνησαν την πολιορκία της πόλης με ξύλινες σκάλες, τις οποίες χρησιμοποίησαν για να ανέβουν στα τείχη. Οι Θεσσαλονικείς, από την άλλη, με την ενίσχυση Σκλαβηνών τοξοτών, που ήρθαν από την ύπαιθρο, απέκρουσαν τις επιθέσεις, ενώ με τις κραυγές τους προκάλεσαν φόβο και ξεγελάσανε τους Σαρακηνούς για το μέγεθος του στρατού των υπερασπιστών. Το ηθικό των πολιορκημένων, μετά από αυτά, παρέμεινε ακμαίο και η αντίστασή τους σθεναρή.

Εξοργισμένοι από την πρώτη αποτυχία τους οι πειρατές προσπάθησαν να εισβάλλουν στην πόλη πυρπολώντας τις ανατολικές πύλες, "Ρώμη" και "Κασσανδρεωτική", ενώ κατασκεύασαν τόσο αυτοί όσο και οι πολιορκημένοι δοχεία με εύφλεκτο υλικό ως όπλο, για να εκτοξευτεί προς τον εχθρό. Η αδυναμία των εισβολέων να εισέλθουν στην πόλη από την στεριά, τούς έστρεψε και πάλι στα θαλάσσια τείχη. Κατασκεύασαν τότε πλωτούς ξύλινους πύργους ενώνοντας δύο ή περισσότερα πλοία μεταξύ τους, ώστε να φτάσουν ψηλότερα από τα θαλάσσια τείχη και να τα παραβιάσουν.

Ο φόβος τότε άρχισε να κυριεύει τους υπερασπιστές της πόλης, οι οποίοι σταδιακά εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και μετακινήθηκαν προς τα υψηλότερα σημεία της πόλης και τις απόμακρες πύλες. Όσοι από αυτούς παρέμειναν δεχόμενοι τα βέλη και τις πέτρες των βαρβάρων, εγκατέλειψαν και αυτοί λίγο αργότερα τις θέσεις τους και άφησαν αφύλακτα τα θαλάσσια τείχη και τις πολεμίστρες, διευκολύνοντας την είσοδο του εχθρού.

Μετά από αυτό ήταν σχετικά εύκολο για τους Σαρακηνούς να εισέλθουν μέσα στην πόλη και ημίγυμνοι, κραδαίνοντας τα σπαθιά τους, κατεδίωξαν τους κατοίκους σαν πρόβατα επί σφαγή. Πολλοί έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι ζητούσαν καταφύγια στις εκκλησίες, ενώ άλλοι κατευθύνονταν προς τις δυτικές πύλες και τα τείχη της άνω πόλης. Οι Σαρακηνοί σκορπίστηκαν μέσα στην πόλη και άρχισαν μία βάρβαρη και ανελέητη σφαγή χωρίς διάκριση. Τα θύματα ήταν πολλά, κυρίως στις δυτικές πύλες αλλά και μέσα και γύρω από τον ναό του Αγίου Γεωργίου (Ροτόντα), όπου είχαν καταφύγει πολλοί κάτοικοι. Ελάχιστοι μόνο κατάφεραν να ξεφύγουν πηδώντας από τα δυτικά θαλάσσια τείχη. Χιλιάδες, αντιθέτως, πιάστηκαν αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης και η οικογένειά του, αλλά και οι στρατηγοί Νικήτας και Χατζηλάκιος που οδηγήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στο λιμάνι, επιβιβάστηκαν στα πλοία και στοιβάχτηκαν κυριολεκτικά στα αμπάρια σαν ζώα, όπου μεταξύ άλλων υπέστησαν και το μαρτύριο της πείνας και της δίψας.

Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ
Οι Σαρακηνοί έμειναν στην πόλη δέκα ολόκληρες ημέρες λεηλατώντας και ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Λίγο έλειψε μάλιστα να κάψουν την πόλη. Μεταπείστηκαν όμως την τελευταία στιγμή από τον ασηκρήτη Συμεών, ο οποίος απέτρεψε τον εμπρησμό της πόλης με την καταβολή δύο ταλάντων χρυσού που αρχικά προορίζονταν για τους Βούλγαρους. Ένας άλλος όμως αυτοκρατορικός απεσταλμένος, ο Ροδοφύλης, που έτυχε να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη καθ᾽ οδόν προς τη Δύση και μετέφερε, επίσης, μεγάλη ποσότητα χρυσού για την πληρωμή των βυζαντινών στρατευμάτων στη Σικελία (που πολεμούσαν κατά των Σαρακηνών της Β. Αφρικής), αρνήθηκε να παραδώσει τον χρυσό στους Σαρακηνούς και πλήρωσε την πίστη του στον αυτοκράτορα με τη ζωή του.

Τη δεκάτη ημέρα ξεκίνησαν για την Κρήτη και την Ταρσό. Μέσα στα αμπάρια των πλοίων η κατάσταση των αιχμαλώτων ήταν τραγική. Ριγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μπορούσαν ούτε καν να αναπνεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Καμινιάτης μας αναφέρει ότι στο πλοίο που τον μετέφερε, βρίσκονταν 800 αιχμάλωτοι και 200 πειρατές και ότι το ταξίδι ήταν ατελείωτο (Κασσάνδρα, Εύβοια, Άνδρος, Πάτμος, Νάξος), καθώς ο φόβος της συνάντησης με το βυζαντινό ναυτικό έκανε τους πειρατές να περιπλανώνται και να κρύβονται ανάμεσα στα αμέτρητα ξερονήσια του Αιγαίου. Τέλος, έπειτα από 16 ημέρες ταξίδι, έφτασαν στην Κρήτη στις 26 Αυγούστου. Οι τραγικές συνθήκες του ταξιδιού είχαν ως αποτέλεσμα στο μεταξύ τον θάνατο πολλών από τους αιχμαλώτους. Παρ᾽ όλα αυτά, όταν έφτασαν στην Κρήτη, οι αιχμάλωτοι αριθμούσαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Καμινιάτη, τις 22.000. Αρκετοί πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης, ενώ οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην πατρίδα του Λέοντα, την Τρίπολη της Συρίας, απ' όπου διοχετεύτηκαν και σκορπίστηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο. Μόνον λίγοι Θεσσαλονικείς (1.200), ανάμεσά τους και ο Καμενιάτης, έφτασαν στην Ταρσό της Κιλικίας, για να ανταλλαχθούν τελικά με Σαρακηνούς αιχμαλώτους.

Επιμέλεια κειμένου: Σ. Χριστοδούλου (πρόεδρος Ε.Σ.Φ.Ι.Π.Σ.)

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο