Το μεσαιωνικό εμιράτο της Κρήτης

Ποίοι ακριβώς ήταν οι Σαρακηνοί πειρατές της Κρήτης;

Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΑΡΑΚΗΝΟΥΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ
Στις αρχές του 9ου αιώνα, ξέσπασε μία επανάσταση στο Αραβικό Εμιράτο της Ισπανίας. Η επανάσταση αυτή κατεστάλη βίαια και πολλοί από τους επαναστάτες (10 με 12 χιλιάδες πλήν των γυναικοπαίδων) αναγκάστηκαν να φύγουν με πλοία στην Μεσόγειο, όπου επιδόθηκαν στην πειρατεία. Τελικά κατέληξαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (818 μ.Χ.), την οποία και κατέλαβαν αιφνιδιαστικά, από τους Αββασίδες Άραβες, οι οποίοι ήταν τότε απασχολημένοι σε εμφύλιο πόλεμο. Μετά όμως από κάποια χρόνια, οι πειρατές αυτοί (Σαρακηνοί, δηλ. Άραβες της Ισπανίας) πολιορκήθηκαν από τους Αββασίδες και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Από εκεί, έχοντας εκλέξει σαν αρχηγό τον Αμπού Χάφς Ουμάρ, στράφηκαν προς την Κρήτη την οποία εποφθαλμιούσαν από καιρό οι Άραβες της Αιγύπτου.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 9ου αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε να αντιμετωπίσει μία πολύ σοβαρή εσωτερική εξέγερση, την επανάσταση του Θωμά του Σλάβου, η οποία κράτησε τρία χρόνια. Ο επαναστάτης αυτός επικεφαλής μεγάλου στρατού και στόλου κινήθηκε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Β’ ο Τραυλός όμως συνέτριψε τους επαναστάτες το έτος 821 μ.Χ. έξω από την Κωνσταντινούπολη και θανάτωσε τον Θωμά. Η εμφύλια αυτή διαμάχη, αδυνάτισε σημαντικά την Αυτοκρατορία, ιδιαίτερα τον στόλο της, μεγάλο μέρος του οποίου προερχόταν από το θέμα των Κιβυρραιωτών που είχε απαναστατήσει και αυτό, και είχε καταστραφεί.

Η αποδιοργάνωση της ναυτικής άμυνας της αυτοκρατορίας έγινε αντιληπτή από τους φυγάδες του Αμπού Χάφς (Απόκαυκου, όπως αναφέρεται στα Βυζαντινά χειρόγραφα), οι οποίοι αναζητούσαν έναν τόπο μόνιμης εγκατάστασης. Καθώς δεν υπήρχε στόλος να τους εμποδίσει, μπόρεσαν να παραβιάσουν την αμυντική γραμμή Ρόδου - Κρήτης - Σικελίας, και το 824 μ.Χ. με έναν στόλο 40 πλοίων στα οποία επέβαιναν 3.000 πολεμιστές και άλλοι 9.000 άμαχοι, αποβιβάστηκαν στην Κρήτη και κατέλαβαν εύκολα τον μικρό οικισμό που υπήρχε στην θέση του σημερινού Ηρακλείου. Από εκεί, έως το 827 μ.Χ. κατέλαβαν ολόκληρη την Κρήτη, ενώ ο αρχικός οικισμός τους εξελίχθηκε σε μεγάλη πόλη με ισχυρές οχυρώσεις και έγινε η πρωτεύουσα του νέου κράτους των Σαρακηνών, του Εμιράτου της Κρήτης. Το όνομα που έδωσαν στην πόλη αυτή ήταν Ράμπντ αλ Χάντακ (δηλ. Φρούριο της Τάφρου). Το όνομα αυτό, εξελληνισμένο σε "Χάνδακας", έμεινε σαν όνομα της πόλης για αρκετούς αιώνες.

Οι Βυζαντινοί αντέδρασαν γρήγορα, πριν ολοκληρωθεί η κατάκτηση της Κρήτης. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων της Αυτοκρατορίας ήταν απασχολημένο στην Σικελία, όπου το 827 μ.Χ. είχε αποβιβασθεί μεγάλη αραβική δύναμη, στην Κρήτη στάλθηκε ο στρατηγός του Θέματος των Ανατολικών Φωτεινός. Με ένα μικρό στράτευμα αποβιβάσθηκε στην Κρήτη την ίδια χρονιά, αλλά εκτιμώντας την κατάσταση ζήτησε ενισχύσεις. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ, μπόρεσε και έστειλε μία πρόχειρα στρατολογημένη δύναμη υπό τον αξιωματούχο Δαμιανό. Τα στρατεύματα αυτά ηττήθηκαν συντριπτικά μπροστά από τον Χάνδακα, τα περισσότερα πλοία κάηκαν και ο Δαμιανός σκοτώθηκε στη μάχη, ενώ ο Φωτεινός μόλις που κατάφερε να γλυτώσει μέ μία βάρκα.

Το φθινόπωρο του 828 μ.Χ. ο πόλεμος στη Σικελία είχε πάρει ευνοϊκή τροπή για την Αυτοκρατορία, και ο στόλος των Κιββυραιωτών από 70 πλοία και 2.000 στρατιώτες υπό τον στρατηγό Κρατερό, στάλθηκε στην Κρήτη. Αμέσως επιτέθηκε κατά των Σαρακηνών και τους κατανίκησε μετά από σκληρή ολοήμερη μάχη. Το ίδιο βράδυ όμως, καθώς οι Βυζαντινοί χαλάρωσαν την επαγρύπνησή τους, οι πειρατές τους προσέβαλλαν αιφνιδιαστικά και τους διέλυσαν. Ο Κρατερός συνελήφθη αιχμάλωτος και σταυρώθηκε.

ΤΟ ΕΜΙΡΑΤΟ ΤΩΝ ΚΟΥΡΣΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.
Οι δύο αυτές αποτυχίες των Βυζαντινών σφράγισαν την τύχη της μεγαλονήσου για τα επόμενα 120 χρόνια. Ο Αμπού Χάφς συμπλήρωσε την οχύρωση του Χάνδακα και ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Κρήτης, την οποία κατέστησε πειρατικό ορμητήριο από όπου έκανε επιδρομές σε όλο το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Η πόλη του Χάνδακα έγινε μία τεράστια αποθήκη λαφύρων και κέντρο αγοραπωλησίας σκλάβων. Καθώς οι ναυτικές δυνάμεις της Αυτοκρατορίας είχαν εξασθενήσει σημαντικά, το Αιγαίο έμεινε έκθετο στις επιδρομές. Η κατάσταση ήταν αρκετά κρίσιμη και αυτό είχε σαν συνέπεια να οργανωθεί νέα εκστρατεία εναντίον των πειρατών, οι οποίοι πλέον είχαν συμμαχήσει με τους Αββασίδες της Αιγύπτου από τους οποίους λάμβαναν σημαντική βοήθεια.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΩΟΡΥΦΑ Α’ (829)
Μετά από εντατικές προετοιμασίες και ναυπήγηση νέων πλοίων, την άνοιξη του 829 μ.Χ. ο δρουγγάριος του Πλώϊμου (δηλ. αρχηγός του στόλου) Νικήτας Ωορύφας ο Α’ έπλευσε εναντίον των πειρατών. Αρχικά πέτυχε να εκκαθαρίσει το Αιγαίο από τους πειρατές και να ανακαταλάβει τις Κυκλάδες. Δεν έφτασε όμως μέχρι την Κρήτη, ή έφτασε και αναγκάσθηκε να αποχωρήσει λόγω της σθεναρής αντίστασης των πειρατών. Η εκστρατεία αυτή του ναυάρχου Ωορύφα είχε θετικά αλλά πρόσκαιρα αποτελέσματα, ιδιαίτερα μετά το Οκτώβριο του 829 μ.Χ., όταν σε ναυμαχία στα ανοικτά της Θάσου, ο πειρατικός στόλος κατέστρεψε μεγάλο αριθμό βυζαντινών πλοίων.

Στα επόμενα χρόνια όλο το Αιγαίο υπέφερε από την πειρατική δράση. Οι Κυκλάδες, η Εύβοια και η Λέσβος δέχθηκαν επανειλλημένες επιδρομές και λεηλατήθηκαν, ενώ η χερσόνησος του Άθω ερημώθηκε και έμεινε ακατοίκητη για πολλά χρόνια. Μετά μάλιστα από μία ήττα του αυτοκρατορικού στόλου το 840 μ.Χ., οι πειρατές επέδραμαν τον επόμενο χρόνο (841) και στις ακτές της Μικράς Ασίας κοντά στην Μίλητο. Εκεί όμως ο Στρατηγός των Θρακησίων Κωνσταντίνος Κοντομύτης κινήθηκε γρήγορα εναντίον τους και τους εξόντωσε πλήρως. Την επόμενη χρονιά μεγάλος πειρατικός στόλος καταποντίστηκε από καταιγίδα ενώ έπλεε προς την Κωνσταντινούπολη.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΥ (843)
Το 843 μ.Χ. η Αυτοκρατορία πέρασε στην αντεπίθεση. Μετά από εκτεταμένη αναδιοργάνωση των ναυτικών Θεμάτων της Αυτοκρατορίας, οργανώθηκε εκστρατεία για την ανακατάληψη της Κρήτης με επικεφαλής τον Μάγιστρο και Λογοθέτη του Δρόμου (δηλ τον Υπουργό Εξωτερικών και Συγκοινωνιών) Θεόκτιστο. Ο Θεόκτιστος αποβιβάστηκε και νίκησε τους Σαρακηνούς σε πολλές μάχες περιορίζοντάς τους στον Χάνδακα. Στο κρίσιμο σημείο όμως, ο Θεόκτιστος εγκατέλειψε το στράτευμά του και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη εσπευσμένα γιατί έφτασαν φήμες - όχι αληθινές - για κάποιο πραξικόπημα εναντίον του, με αποτέλεσμα ο στρατός να μείνει ακέφαλος και να ηττηθεί από τους πειρατές.

Παράλληλα όμως, το βυζαντινό ναυτικό δεν περιορίστηκε σε αμυντικό αγώνα, αλλά ξεκίνησε και αυτό μία σειρά επιδρομών εναντίον αραβικών ναυτικών βάσεων που υποστήριζαν τους πειρατές της Κρήτης, όπως την Δαμιέττη και το Πηλούσιο στην Αίγυπτο, από όπου αποκομίσθηκαν άφθονα εφόδια και πολεμικό υλικό που προορίζονταν για την Κρήτη. Γενικά την δεκαετία του 850 η δράση των πειρατών, μετά από αυτές τις επιτυχίες των Βυζαντινών, περιορίστηκε σημαντικά.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΩΟΡΥΦΑ Β’ (878)
Μετά το 860 μ.Χ>, στην Αυτοκρατορία εισέβαλλαν από βορρά οι Ρως, με ένα στόλο 200 πλοιαρίων. Η εισβολή αυτή αντιμετωπίστηκε σχετικά εύκολα. Όμως τις επόμενες δεκαετίες, τους Σαρακηνούς της Κρήτης άρχισαν να συνδράμουν και οι Άραβες της Συρίας και της Αιγύπτου, ενώ σ’ αυτούς εντάχθηκαν και πολλοί αρνησίθρησκοι χριστιανοί Βυζαντινοί απο τις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου. Έκτοτε οι επιδρομές έγιναν τολμηρότερες και καταστροφικότερες, όπως το 873 μ.Χ., που μεγάλος αραβικός στόλος υπό τον εξομώτη Φώτιο, έφτασε μέχρι την Προποντίδα και προέβη σε μεγάλες λεηλασίες.

Εν τω μεταξύ, το 866 μ.Χ. ξεκίνησε μία νέα εκστρατεία με επικεφαλής τον Καίσαρα Βάρδα, η οποία όμως ματαιώθηκε από την δολοφονία του τελευταίου. Τον επόμενο χρόνο (867) ανέβηκε στον θρόνο ο Βασίλειος Α’ ο Μακεδών, ιδρυτής της ένδοξης δυναστείας των Μακεδόνων. Ο νέος Αυτοκράτωρ ανέθεσε στον Δρουγγάριο του Πλώϊμου Νικήτα Ωορύφα Β’ (πιθανώς συγγενή του Ωορύφα Α’) την αντιμετώπιση της πειρατικής μάστιγας. Η πρώτη επιτυχία δεν άργησε και ο πειρατικός στόλος αιφνιδιάστηκε στον κόλπο του Ξηρού από τον βυζαντινό ναύαρχο και καταστράφηκε σχεδόν πλήρως από τους πυρφόρους δρόμωνες με την χρήση του υγρού πυρός.

Την επόμενη χρονιά ο Νικήτας Ωορύφας, κινήθηκε εναντίον των πειρατών που λεηλατούσαν την Κόρινθο, και κατάφερε να τους αιφνιδιάσει πλήρως, μετακινώντας τον στόλο του πάνω από την αρχαία δίολκο, από τον Σαρωνικό στον Κορινθιακό κόλπο μέσα σε ένα βράδυ. Οι πειρατές εξοντώθηκαν μέχρι του τελευταίου και τα πλοία τους κάηκαν. Παράλληλα, ένας άλλος ναύαρχος, ο Βασίλειος Νάσσαρ, κατανίκησε σε τρείς ναυμαχίες στο Ιόνιο και το Αιγαίο τους πειρατές και ανακατέλαβε την πόλη του Τάραντα, ενώ μιά επίθεση που επιχείρησε ο εμίρης της Ταρσού κατά της Χαλκίδας αποκρούστηκε από τον Στρατηγό του Θέματος της Ελλάδας Οινιάτη, ο οποιος και εξολόθρευσε ολοκληρωτικά την πειρατική δύναμη, μαζί με τον αρχηγό τους.

ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (880 - 910)
Η Αυτοκρατορία όμως ήταν αντιμέτωπη με διμέτωπο αγώνα: Με την πτώση των Συρακουσών ολόκληρη η Σικελία έπεσε στα χέρια των Αγλαβίβων (Άραβες της Τυνησίας) και ο στόλος τους άρχισε να επιδράμει στις πόλεις της Νοτίου Ιταλίας και στα νησιά του Ιονίου, αναγκάζοντας το Βυζαντινό ναυτικό να αποσπά σημαντικό μέρος των δυνάμεών του εκεί. Έτσι. οι Σαρακηνοί της Κρήτης είχαν όλο τον χρόνο να ανακάμψουν από τα πλήγματα της δεκαετίας του 870, και από το 880 μ.Χ. να επανέλθουν δριμύτεροι, βυθίζοντας το Αιγαίο στο χάος. Πειρατές από την Κρήτη, την Ταρσό και την Τρίπολη της Συρίας, επέπεσαν με μανία στην Πελοπόννησο, τηνΔαμιανού Εύβοια ενώ κάποια νησιά (Κάρπαθος, Αίγινα, Κύθηρα, Πάτμος) κατελήφθησαν για κάποιο διάστημα από αυτούς, ή αναγκάσθηκαν να καταβάλλουν φόρο υποτέλειας (Νάξος). Άλλα πάλι (Πάρος) ερημώθηκαν και εγκαταλείφθηκαν εντελώς.

Επικεφαλής των πειρατικών στόλων εμφανίζονται δύο ικανοί εξωμότες ναυτικοί, ο Λέων της Τρίπολης (του Λιβάνου, "Γκουλάμ Ζουράφα" σύμφωνα με τις αραβικές πηγές της εποχής) ή Τριπολίτης και ο Δαμιανός της Ταρσού. Ο τελευταίος κατέλαβε και λεηλάτησε την Δημητριάδα (Βόλο) ενώ το 896 μ.Χ. Σαρακηνοί από την Κρήτη κατέλαβαν την Αθήνα. Η μεγαλύτερη όμως καταστροφή για την Αυτοκρατορία ήρθε το 904 μ.Χ., όταν ο στόλος της Τρίπολης υπό τον Λέοντα, αιφνιδίασε την φρουρά της Θεσσαλονίκης και άλωσε την δεύτερη σημαντικότερη πόλη, εξανδραποδίζοντας χιλιάδες κατοίκους της και αποκομίζοντας πλούσια λάφυρα από την λεηλασία της (βλ. σχετικά "Η άλωση της Θεσσαλονίκης απο Τους Σαρακηνούς").

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΜΕΡΙΟΥ (911)
Πλέον είχει καταστεί σαφές πως η Κρήτη αποτελούσε το βασικό στήριγμα των πειρατών, και ήταν επιτακτική η ανακατάληψή της. Έτσι το φθινόπωρο του 911 μ.Χ., μετά από μεγάλη προετοιμασία, ο ικανός Ναύαρχος και Λογοθέτης του Δρόμου Ιμέριος με 177 πολεμικά πλοία και 43.000 άνδρες αποβιβάσθηκε στην Κρήτη και πολύ γρήγορα έθεσε τον Χάνδακα υπό πολιορκία. Όμως την άνοιξη του 912 μ.Χ. ο Ιμέριος πληροφορήθηκε πως ο αυτοκράτωρ αρρώστησε βαρειά. Έτσι εγκατέλειψε την Κρήτη και έπλευσε προς την Κωνσταντινούπολη. Όμως στα ανοικτά της Χίου έπεσε σε ενέδρα των στόλων των δύο εξωμοτών Λέοντα και Δαμιανού, με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική συντριβή των δυνάμεών του και την εξορία του ιδίου.

Παρ’ όλη τη καταστροφή όμως, οι πειρατές δεν μπόρεσαν να επαναλάβουν άμεσα τις επιδρομές τους, διότι στο μεταξύ διάστημα ο στόλος του Θέματος των Κυββιραιωτών είχε ανακτήσει την ισχύ του και προστάτευε ικανοποιητικά το Αιγαίο. Το 921 μ.Χ. μάλιστα, ο Δρουγγάριος του Βασιλικού Πλώϊμου πατρίκιος Ιωάννης Ραδηνός, νίκησε τον Λέοντα Τριπολίτη σε ναυμαχία κοντά στην Λήμνο και κατέστρεψε τον στόλο του. Ο εξωμότης πειρατής φαίνεται να γλύτωσε, αλλά έκτοτε εξαφανίζεται από το προσκήνιο. Λίγα χρόνια μετά, ο Δαμιανός της Ταρσού επιχειρεί να καταλάβει το σημαντικό Βυζαντινό φρούριο του Στρόβιλου (κοντά στην σημερινή Αλικαρνασό / Μποντρούμ). Η επίθεση αποτυγχάνει και ο ίδιος σκοτώνεται. Έτσι, μέσα σε τρία μόλις χρόνια χάνονται οι σημαντικώτεροι ναυτικοί ηγέτες των Αράβων, γεγονός που είχε μεγάλη επίπτωση στην ναυτική ισχύ τους.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΟΓΓΥΛΗ (949)
Οι κουρσάροι της Κρήτης επιχείρησαν να επαναλάβουν τις επιδρομές τους κατά τις δεκαετίες του 930 και 940. Αλλά οι ισορροπίες είχαν οριστικά ανατραπεί εις βάρος τους, λόγω της απώλειας των σημαντικών ηγετών τους, αλλά και διότι το Βυζάντιο, από την τελευταία φάση της εικονομαχίας (814-842) είχε εισέλθει στην περίοδο της μέγιστης ακμής του.

Όμως, μία ακόμη εκστρατεία που προετοίμασε το 949 μ.Χ. μεθοδικά ο Κωνσταντίνος Ζ’ ο επιλεγόμενος "Πορφυρογέννητος", τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο διπλωματικό επίπεδο, απέτυχε παταγωδώς, γεγονός που αποδίδεται στην ανικανότητα του επικεφαλής της, Δρουγγάριου Κωνσταντίνου Γογγύλη.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΦΩΚΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (961)
Ο διάδοχός του Κωνσταντίνου Ζ’, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Β’ (959-963) συνέχισε τις προετοιμασίες για ανακατάληψη της μεγαλονήσου που είχε ξεκινήσει ο προκάτοχός του, ενώ το Βυζάντιο αντιμετώπιζε με μεγάλη επιτυχία τους στόλους των Σαρακηνών πειρατών. Το 956 μ.Χ. ο στόλος της Ταρσού καταστράφηκε πλήρως και η ίδια η πόλη κατελήφθη, ενώ στη Δύση οι διάδοχοι των Αγλαβιδών, Φατιμίδες της Τυνησίας αναγκάστηκαν μετά από διαδοχικές ήττες, να υπογράψουν ειρήνη με το Βυζάντιο.

Έτσι, το 960 μ.Χ., ο Δομέστιχος των Σχολών της Ανατολής Νικηφόρος Φωκάς, επικεφαλής μεγάλης ναυτικής και στρατιωτικής δύναμης, αποβιβάσθηκε στον Αλμυρό της Κρήτης, συνέτριψε την αντίσταση των Σαρακηνών και άρχισε να πολιορκεί τον Χάνδακα. Η πολιορκία κράτησε εννέα μήνες κατά την οποίο τόσο οι Σαρακηνοί όσο και οι Βυζαντινοί υπέφεραν από τον δριμύ χειμώνα και τις ελλείψεις. Όμως, ο Αυτοκράτορας συνέδραμε αποφασιστικά με τον τακτικό ανεφοδιασμό από θαλάσσης, ενώ διάφορες άλλες χερσαίες απειλές σε άλλα μέτωπα αντιμετωπίστηκαν άμεσα. Επίσης, οι Άραβες της Κόρδοβας και της Αιγύπτου δεν τόλμησαν να βοηθήσουν τους ομόθρησκούς τους της Κρήτης, εντυπωσιασμένοι από το μέγεθος της στρατιάς και του στόλου που είχε στείλει στην Κρήτη η Αυτοκρατορία.

Έτσι, στις 6 Μαρτίου του 961 μ.Χ., τα στρατεύματα του Νικηφόρου Φωκά έκαναν γενική έφοδο κατά του Χάνδακα και γρήγορα μπήκαν στην πόλη από ένα ρήγμα που άνοιξαν στο τείχος. Οι Βυζαντινοί στρατιώτες προέβησαν σε άγριες σφαγές των υπερασπιστών Σαρακηνών, και όταν ο Στρατηγός τους κατάφερε να τους συγκρατήσει, οι μισοί από τους μουσουλμάνους του Χάνδακα είχαν σφαγιασθεί. Ο τελευταίος Εμίρης της Κρήτης, Αμπντάλ Αζίζ αλ Κουρτούμπι (Κουρούπης ή Κουρουπάς στα βυζαντινά κείμενα) συνελήφθη αιχμάλωτος και οδηγήθηκε στην Βασιλεύουσα (δηλαδή στην πρωτεύουσα Κωσταντινούπολη), όπου αντιμετωπίσθηκε με επιείκια. Ο γιός του, Αλ Νουμάν ή Ανεμάς, βαπτίσθηκε χριστιανός και υπηρέτησε στην Βαράγγειο Φρουρά (την αυτοκρατορική σωματοφυλακή) και ίσως ήταν ο γεννήτωρ της αριστοκρατικής οικογένειας των Ανεμάδων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η ανακατάληψη της Κρήτης ήταν γεγονός τεράστιας σημασίας για την ανάκαμψη της Βυζαντινής πολιτικής και οικονομικής ισχύος, μετά τις σοβαρές καταστροφές και την συρρίκνωση που είχε υποστεί από την Αραβική επέκταση. Επίσης, προλείανε το έδαφος για την λεγόμενη Βυζαντινή Εποποιία 963-1025, δηλαδή την ένδοξη περίοδο των Τριών Αυτοκρατόρων, Νικηφόρου Φωκά (963-969), Ιωάννη Τζιμισκή (969-976) και Βασιλείου Β’ Μακεδόνα γνωστού και ως "Βουλγαροκτόνου" (976-1025).

Παρά τις αρχικές αποτυχίες και τον πολυμέτωπο αγώνα που ήταν υποχρεωμένη να δίνει το Βυζάντιο συνεχώς από την ίδρυσή του, η χιλιόχρονη αυτή Ελληνική Αυτοκρατορία της Χριστιανικής Ανατολής, επιστρατεύοντας τους σχεδόν αστείρευτους υλικούς και ανθρώπινους πόρους της, με την εμμονή των ηγετών της στην επιδίωξη του τελικού στόχου και την μεθοδική προετοιμασία της τελικής φάσεως σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, κατάφερε τελικά να ανατρέψει μία πολύ δυσάρεστη γεωπολιτική πραγματικότητα και να επαναφέρει στους κόλπους της την στρατηγικής σημασίας μεγαλόνησο Κρήτη.

Επιμέλεια κειμένου: Σ. Χριστοδούλου (πρόεδρος Ε.Σ.Φ.Ι.Π.Σ.)

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο