Τα ελληνικά βασίλεια της Κεντρικής Ασίας.

Το τέλος της μνημειώδους εκστρατείας του Αλέξανδρου του Γ’ Αργεάδη, του μεγαλύτερου Μεγάλου της ιστορίας, τον άφησε κύριο μίας τεράστιας αυτοκρατορίας που εκτείνονταν από το Ιόνιο πέλαγος μέχρι τα Ιμαλάϊα!

Ο Μ. Αλέξανδρος αναχώρησε από την Βακτρία (όπου δεν θα επιστρέψει ποτέ) για την Ινδική εκστρατεία, την άνοιξη του 327 π.Χ., έχοντας εγκαταστήσει ως νέο σατράπη της χώρας τον Μακεδόνα Αμύντα, τον οποίον θα ενισχύσει με ένα ισχυρό στράτευμα 10.000 πεζών και 3.500 ιππέων. Μετά την ανταρσία των Ελλήνων μισθοφόρων στην Βακτρία το 326 π.Χ. και τον θάνατο του Αμύντα, ο Μ. Αλέξανδρος θα τοποθετήσει νέο σατράπη τον Μακεδόνα Φίλιππο, στον οποίο θα αναθέσει και την διοίκηση της Σογδιανής (περιχοής που αντιστοιχει στο σημερινό Ουζμπεκιστάν), αξίωμα που θα διατηρήσει ο Φίλιππος (Διόδωρος ΧVΙΙΙ. 1) και στην αναδιανομή των Σατραπειών από τον «αντιβασιλέα» Περδίκκα, μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (10 Ιουνίου 323 π.Χ.). Μια νέα εκτεταμένη εξέγερση των Ελλήνων αποίκων και μισθοφόρων της Βακτρίας θα συντριβεί και μετά την δολοφονία του Περδίκκα (321 π.Χ.) και την συμφωνία του Τριπαράδεισου (320 π.Χ.) μεταξύ των Επιγόνων, νέος σατράπης της Βακτρίας θα ορισθεί ο Στασάνωρ, από τους Σόλους της Κύπρου.

Το ινδικό κομμάτι όμως της Αυτοκρατορίας, άρχισε να αποσχίζεται από τον κορμό της ακόμη πριν ο Αλέξανδρος φθάσει στην Βαβυλώνα, και ο θάνατός του ακύρωσε την όποια αντίδραση. Και λίγα χρόνια μετά, περί το 320 π.Χ. ο Ινδός ηγεμόνας Σαντραγκούπτα Μαουρύα (Chandragupta Maurya - Σανδρόκοττος), ιδρυτής της ομώνυμης δυναστείας η οποία βασίλευσε μέχρι το 180 π.Χ., δημιούργησε στην Ινδία την Αυτοκρατορία των Μαουρύα με πρωτεύουσα την πόλη Παλίβοθρα (Pataliputra ή Kusumadhvaja δηλ “η Πόλη με Έμβλημα το Λουλούδι”). Ο πρώτος αυτός Μαουρύα είχε γνωρίσει προσωπικά τον Αλέξανδρο και είχε εντυπωσιαστή τόσο από αυτόν, που τον λάτρευε σαν θεό!

Ο Σανδρόκοττος κατάφερε να απωθήσει την Ελληνική κυριαρχία πέρα από τον Παροπάμισο (σημερινό ανατολικό Αφγανιστάν) και μετά το 304 π.Χ. να δημιουργήσει στενές φιλικές σχέσεις με τον Σέλευκο, οι οποίες έμελε να διατηρηθούν για περισσότερο από 100 χρόνια. Ο τελευταίος μάλιστα του παραχώρησε όλα τα εδάφη ανατολικά του Ινδού ποταμού (Αραχωσία, Παροπαμισάδες και Γεδρωσία) με αντάλαγμα 500 ελέφαντες! Η δυναστεία των Μαουρύα συνεχίστημε με τους Αμιτροχάτη (Bindusara) και το 269 π.Χ. με τον Πιοδάση (Piyadarsa Asokavardhana) ή Ασόκα, ο οποίος έχει στην ινδική ιστορία την θέση που έχει ο Μέγας Αλέξανδρος στην Ελληνική. Ο Ασόκα, (που πιθανολογείται από κάποιους ιστορικούς πως είχε παντρευτεί την κόρη του Σέλευκου) ονομάστηκε Παντοκράτωρ (Cahravarti) και κατάφερε να ενώσει το μεγαλύτερο μέρος της Ινδικής χερσονήσου σε ένα τεράστιο ενιαίο βασίλειο. Μετά τον θάνατό του όμως και μέχρι το τέλος της δυναστείας το 184 π.Χ., η αυτοκρατορία του είχε αποσυντεθεί σε πολλά ανεξάρτητα βασίλεια. Την ίδια εποχή, βόρεια του Καυκάσου, γεννιόταν μία άλλη…

Το τεράστιο Σελευκιδικό κράτος (ονομάστηκε έτσι από τον στρατηγό του Αλεξάνδρου Σέλευκο που την κληρονόμησε), στην οποίαν ανήκαν αρχικά οι περιοχές της Βακτρίας και της βόρειας Ινδίας, και ο γιός του Αντίοχος Α’ που τον διαδέχθηκε, αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στην διοίκηση των απομακρυσμένων αυτών επαρχιών και έριξαν το πολιτικό βάρος τους στην δύση. Έτσι πολύ σύντομα, η Βακτρία έμελλε να ανεξαρτητοποιηθεί. Να σημειώσουμε εδώ, πως οι Έλληνες κάτοικοι της Βακτριανής, παρ΄ όλο που ήταν προσκολλημένοι στις παραδόσεις και την πολιτιστική τους παράδοση, δεν είχαν καμμία αντιπαλότητα με τους Ιρανούς κατοίκους της. Αντίθετα, ο κίνδυνος από τις συνεχείς επιδρομές των νομαδικών φύλων του βορρά, έκανε τις δύο κοινότητες να παραμείνουν σε ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη μέχρι το τέλος, ενσαρκώνοντας στην εντέλειά του τον τελικό στόχο της Εθνικής Πολιτικής του Αλέξανδρου, που ήταν η σταδιακή συγχώνευση Ελλήνων και Περσών. Εδώ θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε πως η γεωφυσική μορφή της περιοχής διέφερε ριζικά από το σημερινό άγονο και ακαλλιέργητο Αφγανιστάν. Τότε, χάρις στα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα και τις αρδευτικές διώρυγες των Περσών βασιλέων, που συντήρησαν και επαύξησαν οι Έλληνες, ήταν μία καταπράσινη γονιμότατη χώρα με αγρούς και λιβάδια γεμάτα από άλογα, όπου ευδοκιμούσαν όλα σχεδόν τα φυτά και την οποία ο Στράβων ονομάζει “κόσμημα του Ιράν” (“συμπάσης αριανής πρόσχημα”). Άλλη σημαντική πηγή πλούτου για την Βακτρία, ήταν οι μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι μεταξύ Ασίας και Ευρώπης (Δρόμοι του Μεταξιού και του Χρυσού) που διασταυρώνονταν στην επικράτειά της.

Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.
Οι δύο ανατολικές σατραπείες, της Παρθίας (σημ. κεντρικό και ανατολικό Ιράν) και της Βακτρίας, που περιελάμβανε τις περιοχές της Σογδιανής και της Μαργιανής (σημ. Αφγανιστάν) είχαν εξ’ αρχής ένα καθεστώς ημιαυτονομίας. Ήταν οι μόνες σατραπείες στις οποίες η στρατιωτική και πολιτική εξουσία βρίσκονταν σε ένα πρόσωπο, ενώ είχαν την οικονομική και πληθυσμιακή δυνατότητα (περισσότερο η Βακτρία η οποία ήταν εμπορικός κόμβος) να συγκεντρώνουν τον δικό τους στρατό. Το πρώτο βήμα προς την πλήρη ανεξαρτησία έκανε ο σατράπης της Παρθίας Ανδραγόρας το 245 π.Χ. κόβοντας νομίσματα στο όνομά του. Ακολούθησε τον ίδιο χρόνο ο Διόδοτος της Βακτρίας. Όμως το 238 π.Χ., οι Πάρνοι ή Άπαρνοι (Parni), ένα νομαδικό φύλο καταγόμενο από την νότια Ρωσσία, με βασιλιά τον Αρσάκη, εισέβαλε στην Παρθία και ανέτρεψε τον Ανδραγόρα, ιδρύοντας έτσι την δυναστεία των Αρσακιδών και το κράτος των Πάρθων (υιοθέτησαν το ελληνικό όνομα της επαρχίας σαν εθνικό τους) το οποίο εξελίχθηκε στην Αυτοκρατορία των Πάρθων και άκμασε επί πολλούς αιώνες.

Ο βασιλιάς Σέλευκος Β’ επιχείρησε να υποτάξει τους Πάρθους με μία εκστρατεία περί το 230 π.Χ., αλλά παρά τις αρχικές επιτυχίες ηττήθηκε από τον Αρσάκη και αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Παρθίας. Στην Βακτρία εν τω μεταξύ, ο διαδοχος του Διόδοτου Α’, Διόδοτος Β’, ανατράπηκε από έναν επιτελή του, τον Ευθύδημο από την Μαγνησία, περί το 225 π.Χ.. Το κράτος που παρέλαβε αυτός, εκτείνονταν από τον Ινδικό Καύκασο έως τον Ιαξάρτη ποταμό (σημ. Syr Darya) προς βορρά, και ως τον ποταμό Άρειο (σημ. Haray) προς τη δύση.

Ο Αντίοχος Γ’ που είχε ανέλθει στον θρόνο των Σελευκιδών, ξεκίνησε το 209 π.Χ. μία εκστρατεία η οποία έμεινε στην ιστορία σαν “Ανάβασις”, προκειμένου να ανακτήσει τις ανατολικές επαρχίες που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί. Αρχικά εισέβαλε στην Παρθία και ανάγκασε τον Αρσάκη Γ’ να συνθηκολογήσει. Στην συνέχεια κινήθηκε προς την Βακτρία. Ο Ευθύδημος συγκέντρωσε έναν στρατό 10.000 ιππέων και έσπευσε να τον συναντήσει στην ανατολική όχθη του ποταμού Αρείου. Μετά από μία σκληρή ολοήμερη μάχη το 208 π.Χ., αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να κλειστεί στην πρωτεύουσά του τα Βάκτρα-Ζαρίασπα. Η μεγάλη ακρόπολη των Βάκτρων (σημ. Balkh) με έκταση ενός περίπου τετρ. χιλιομέτρου, που περιβαλλόταν από τείχος ύψους 10 μέτρων και πάχους 8-30 μέτρων με μεγάλους ημικυκλικούς πύργους, κατάφερε να αντέξει πολιορκούμενη επί δύο χρόνια. Αυτή η καθυστέρηση τελικά ανάγκασε τον Αντίοχο να έρθει σε διαπραγματεύσεις με τον Ευθύδημο, οι οποίες τελικά κατέληξαν σε συμμαχία. Ο γιός μάλιστα του Ευθύδημου, Δημήτριος, εντυπωσίασε τόσο τον Αντίοχο, που του έδωσε την μία κόρη του για γυναίκα. Ο Αντίοχος, αφού πέρασε από την βόρεια Ινδία και συνέλεξε φόρους υποτέλειας από τους εκεί ηγεμόνες, επέστρεψε στα εδάφη του και απένειμε στον εαυτό του το προσωνύμιο «Μέγας Βασιλεύς».

Ο Ευθύδημος με εκστρατείες, μεγάλωσε το κράτος του και μέσω της Παρικανίας (σημ. Ουζμπεκιστάν) έφερε την Βακτρία σε επαφή με την χώρα των Σηρών (σημ. Κίνα) με τους οποίους τελικά ανέπτυξε μακροχρόνιες εμπορικές σχέσεις. Κατάλοιπα αυτής τη επαφής βρέθηκαν το 1993 στην πόλη Νίγια (Niya) στο σημερινό Σινγκ Κιάνγκ της Κίνας, η οποία φέρει έντονα σημεία ελληνικών πολιτιστικών επιρροών.

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α’ .
Τον Ευθύδημο διαδέχθηκε ο γιός του Δημήτριος Α’ περί τα 190 πΧ. Αυτός, βλέποντας πως το κράτος των Μαουρύα είχε αρχίσει να αποσυντίθεται και εκμεταλευόμενος την ήττα του Αντίοχου Γ’ στην Μαγνησία από τους Ρωμαίους, ανέλαβε μιά σειρά εκστρατειών. Πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του όρισε σαν συμβασιλέα τον αδελφό του Ευθύδημο Β’. Αφού κατέλαβε και προσάρτησε τις ανατολικώτερες επαρχίες των Σελευκιδών Παροπαμισάδες, Δραγγιανή και Αραχωσία, όπου μάλιστα έκτισε και την Δημητριάδα, κινήθηκε προς νότον και έφθασε στον Ινδικό ωκεανό, όπου στην θέση όπου ο Αλέξανδρος είχε κτίσει τα Πάταλα πριν 150 χρόνια, έκτισε μιά ακόμη Δημητριάδα.

Όσο όμως ο αδελφός του έλειπε στην μεγάλη του εκστρατεία του ο Ευθύδημος Β’ ανατράπηκε από κάποιον Αντίμαχο. Καθώς ο Δημήτριος έσπευσε να τον αντιμετωπίσει πέθανε αιφνίδια γύρω στο 185 π.Χ.. Τον διαδέχθηκαν οι δύο γιοί του Αγαθοκλής και Πανταλέων. Έτσι, το μεγάλο αυτό κράτος ουσιαστικά διασπάστηκε στα δύο, με σύνορο τον Ινδικό Καύκασο (σημ. Ιντοκούς). Ο Αντίμαχος, ο οποίος υιοθέτησε την επωνυμία “Θεός” κληρονόμησε όλα τα εδάφη βορείως του Ινδικού Καυκάσου και βασίλευσε επί δέκα χρόνια. Ο γιός του Δημήτριος Β’ ο οποίος έλαβε τον πομπώδη τίτλο “Ανίκητος”, συνέχισε την επέκταση του κράτους καταλαμβάνοντας και την δυτική Γανδαρίδα. Οι δύο γιοί του Δημήτριου Α’ διατήρησαν υπό την κυριαρχία τους την Δραγγιανή και την Αραχωσία (Ινδία). Από το σημείο αυτό και μετά, τα δύο αυτά κομμάτια του μεγάλου Ελληνικού βασιλείου γίνονται ξεχωριστές κρατικές οντότητες, αυτές της Βακτρίας και της βόρειας Ινδίας, με φυσικό όριο ανάμεσά τους τον επιβλητικό όγκο του Ινδικού Καυκάσου (Ινδοκούχο) και ακολουθούν παράλληλη μεν αλλά διακριτή ιστορική πορεία.

Μετά τον θάνατο των δύο αδελφών και την διαδοχή τους από την κόρη του Αγαθοκλή, την Αγαθόκλεια, το μεγαλύτερο μέρος της Βακτρίας και της Βόρειας Ινδίας πέρασε στα χέρια ενός στασιαστή που εν τω μεταξύ είχε ανατρέψει τον Δημήτριο Β’, τον Ευκρατίδη. Η βασιλεία του Ευκρατίδου - ο οποίος κυβερνούσε πλέον ένα τεράστιο κράτους από το οποίο περνούσαν σημαντικές εμπορικές οδοί - γενικά ήταν περίοδος ακμής και πλούτου, και ο ίδιος υιοθέτησε τον τίτλο “Μέγας” τον οποίο και αποτύπωσε σε νομίσματα. Το τέλος του όμως ήταν τραγικό, καθώς δολοφονήθηκε από τον γιό του Πλάτωνα, ο οποίος μετά από λίγο επίσης δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Ηλιοκλή.

ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ : ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ Ο ΣΩΤΗΡ.
Ο Μένανδρος ήταν μακράν ο σπουδαιότερος από τους βασιλείς της Βακτρίας. Ήταν ηγέτης με μεγάλες ικανότητες και ακτινοβολία και ο μόνος που επέζησε στην φιλολογία και την μνήμη των Ινδών, συνδέθηκε με τους μύθους των λαών της Ασίας και μετά θάνατον έτυχε της ίδιας μεταχειρίσεως που είχε αποδοθεί πολλά χρόνια πριν στον Βούδα.

Για τα χρόνια του πριν γίνει βασιλιάς δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στο Καλάσι, ένα μικρό χωριό κοντά στην Αλεξάνδρεια του Καυκάσου (σημ. Μπαγκράμ του Αφγανιστάν), ή κατά άλλη εκδοχή στα Σάγαλα (σημ. Σιάλκοτ του Πουντζάμπ, Πακιστάν). Μάλλον ήταν αριστοκρατικής καταγωγής αν και κάποιοι πιστεύουν πως η οικογένειά του ήταν φτωχή. Ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα και η πρώτη του επιτυχία ήταν η αντιμετώπιση της εισβολής του Ευκρατίδου στα νότια του Ινδικού Καυκάσου και φαίνεται πως μετά από αυτό παντρεύτηκε την βασίλισσα Αγαθόκλεια. Εκμεταλευόμενος την αναταραχή από τον βίαιο θάνατο του Ευκρατίδου, προσάρτησε με σχετική ευκολία τις Παροπαμισάδες και την Αραχωσία. Επίσης επέκτεινε την κυριαρχία του κράτους του μέχρι το όρος Ίμαος (σημ. Ιμαλάϊα) καταλαμβάνοντας την Σουαστηνή και την Κασπειρία (σημ. Δυτικό Κασμίρ), και προς νότον μέχρι του ποταμού Υδραώτη (σημ Ράβι). Τα σχέδια όμως του Μενάνδρου δεν περιορίζονταν σ’ αυτές τις σημαντικές επιτυχίες.

Εν τω μεταξύ στην Ινδία, η δυναστεία των Μαουρύα είχε ανατραπεί από τον στρατηγό Πουσιαμίτρα Σούνγκα, ο οποίος σκότωσε τον τελευταίο εκπρόσωπό της, τον Βριχαντράθα Μαουρύα, κατά τη διάρκεια στρατιωτικής επιθεωρήσεως το 180 π.Χ.. Ο ιδρυτής της δυναστείας των Σούνγκα Πουσιαμίτρα, εγκατέλειψε την φιλική πολιτική προς τους Έλληνες που ακολουθούσαν οι Μαουρύα, ενω ταυτόχρονα υιοθέτησε μια εχθρική στάση προς τους Βουδιστές ευνοώντας τους Βραχμάνους. Αυτό έδωσε το πρόσχημα στον Μένανδρο να κινηθεί εναντίον του μεγάλου και πλούσιου βασιλείου των Σούγκα. Ανακυρήσσοντας τον εαυτό του προστάτη του βουδισμού - είχε μάλλον ήδη προσηλυτιστεί στον Βουδισμό από τον σοφό Ναγκασένα - ξεκίνησε την εκστρατεία του από την πρωτεύουσά του τα Τάξιλα. Διαβαίνοντας τον ποταμό Ύφαση (εκεί που ο Αλέξανδρος σταμάτησε την προέλασή του), πολιόρκησε και κατέλαβε την πόλη Μόδουρα (σημ Μαθούρα). Μετά, ακολουθώντας τον ρού του ποταμού Ιωμάνη (σημ. Yumna ή Yamuna) έφθασε στην πόλη Saketa την οποία και κατέλαβε - ή του παραδόθηκε κατ’ άλλες πηγές. Ο στρατός του πρέπει να ήταν εντυπωσιακός στην εμφάνιση. Άφθονο ιππικό μαζύ με κατάφρακτους ιππείς από την Ιρανική αριστοκρατία, μάζες από ελαφρούς ιπποτοξότες και ιππακοντιστές από τους νομαδικούς λαούς, πεζικό επιστρατευμένο από τους κατοίκους των πόλεων, ινδικοί πολεμικοί ελέφαντες ίσως με πύργο, και με έναν πυρήνα βαρέως πεζικού οπλισμένο και εκπαιδευμένο και συγκροτημένο κατά τον Μακεδονικό τρόπο σε Φάλαγγα! Μαζί με την προσωπική του φρουρά -αντίστοιχη των Βασιλικών Εταίρων- συνθέταν ένα πολύχρωμο και πολυεθνικό στράτευμα συμπαγές και αρμονικό, καθ΄εικόνα και ομοίωση του βασιλείου του. Τα ινδικά χρονικά - που σαν αιτία του πολέμου αναφέρουν μία ρομαντική ιστορία η οποία θυμίζει την Ιλιάδα - αναφέρουν πως ο στρατός αυτός αυξανόταν όσο ο Μένανδρος κινούνταν προς τα Παλίβοθρα, από πλήθη εθελοντών βουδιστών. Επίσης λένε πως έγιναν και κάποιες σφοδρές συγκρούσεις από τις οποίες ο Μένανδρος βγήκε νικητής. Στο τέλος αυτής της νικηφόρας πορείας έφτασε έξω από την πρωτεύουσα των Μαουρύα, τα Παλίβοθρα (Pataliputra, σημ. Patna).

Από περιγραφές που έχουν διασωθεί (Μεγασθένης, Στράβων), τα Παλίβοθρα ήταν μία πλούσια και εντυπωσιακή πόλη, όσο και μεγάλη και καλά οχυρωμένη. Τα τείχη της ήταν κατασκευασμένα από κορμούς δένδρων και ενισχυμένα στη βάση τους από ανάχωμα πλάτους τριάντα μέτρων. Το μήκος των οχυρώσεων αυτών έφτανε τα 12 χιλιόμετρα και είχε 570 πύργους και 64 πύλες! Μπροστά από τα τείχη υπήρχε τάφρος πλάτους 200 μέτρων και βάθους 15. Όλες αυτές οι κατασκευές, πίσω από τις οποίες οχυρώθηκαν τα υπολείμματα του βασιλικού στρατού του Πουσιαμίτρα, δεν άντεξαν για πολύ μπροστά στις ελεπόλεις (ξύλινες μηχανές σαν δένδρα σύμφωνα με τους Ινδούς χρονικογράφους), τους ταφρωρύχους και τις άλλες πολιορκητικές κατασκευές των μηχανικών του Μένανδρου, τις οποίες για πρώτη φορά έβλεπαν. Έτσι, μετά από σύντομη μάχη, η πόλη παραδόθηκε.

Ο Μένανδρος με πολύ σωφροσύνη, δεν έμεινε σαν μόνιμος κατακτητής στα εδάφη αυτά. Περιστοιχισμένος από εκατομμύρια ντόπιους και περισσότερο από 2.000 χιλιόμετρα μακρυά από την βάση του, έχοντας μιά σχετικά μικρή αν και ανώτερη ποιοτικά και τεχνολογικά δύναμη, προτίμησε να πάρει την απόφαση να αποχωρήσει. Έτσι περί το 145 π.Χ., άφησε τα Παλίβοθρα και επανήλθε στα Μόδουρα, θέτοντας τον ποταμό Ιωμάνη σαν το ανατολικώτερο σύνορο του κράτους του. Παράλληλα και λόγω των μεγάλων κατακτήσεών του, ο Μένανδρος θα μεταφέρει ανατολικώτερα την πρωτεύουσά του, στα Σάγαλα, στον άνω ρου του ποταμού Ακεσίνη (σημ. Chenab). Από την Μόδουρα, σύμφωνα με κάποιες ινδικές πηγές, φαίνεται πως έκανε και μία μικρότερη εκστρατεία προς τα δυτικά, η οποία των έφερε κύριο της Συραστρηνής και της Παταληνής, και των σημαντικών τους πόλεων Madhyamika (σημ. Νagari) και Βαρύγαζα (σημ. Bharuch), ως εκεί δηλαδή που είχε φτάσει ο Δημήτριος Α’ 50 χρόνια πριν. Φαίνεται πως ο Μένανδρος στην συνέχεια επιχείρησε μία εκστρατεία στην Βακτριανή προκειμένου να ανακτήσει τα εδάφη που κατείχαν οι Ευκρατίδες, αλλά εκεί φαίνεται πως σκοτώθηκε σε κάποια μάχη, περί το 135 π.Χ..

Ο Μένανδρος κυβέρνησε συνετά και στην διοικητική του οργάνωση χρησιμοποίησε τα ελληνιστικά πρότυπα, ενώ διατήρησε και κάποιους από τους θεσμούς των Μαουρύα. Παράλληλα υιοθέτησε μία πολιτική ανεξιθρησκίας και ισότητας που ήταν αιώνες μπροστά από την εποχή του! Διατάγματά του ορίζουν στους δικαστές του κράτους του να εκδικάζουν τις υποθέσεις χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν την φυλή ή την θρησκεία των διαδίκων. Ήταν εξαιρετικά αγαπητός από τον λαό του και στην βασιλεία του δεν αντιμετώπισε στάσεις και εξεγέρσεις. Η φήμη του σαν σοφού και φωτισμένου ανθρώπου είχε ξεπεράσει τα όρια της επικράτειάς του και είναι ο μόνος από τους Έλληνες βασιλείς που αναφέρεται σε ιερά βιβλία των βουδιστών! Το βιβλίο που είναι γραμμένο στην διάλεκτο Pali (με την σωκρατική μέθοδο των ερωταποκρίσεων), έχει τίτλο “Millinda Panha” (δηλ.:“Οι Απορίες του Μιλίντα”). Εκεί παρατίθεται ένας φιλοσοφικός διάλογος μεταξύ του Βασιλιά Μιλίντα (παραφθορά του Μένανδρος) και του βουδιστή μοναχού Ναγκασένι. Έκοψε τα τελευταία ελληνικά χρυσά νομίσματα της περιοχής, πάνω στα οποία φέρεται να έχει τα προσωνύμια “Σωτήρ”, “Δίκαιος” και “υπηρέτης της Ντάρμα” (βουδιστική λέξη που σημαίνει το Καθήκον και το Δίκαιο) σε δύο γλώσσες.

ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ .
Ο γιός του Μεγάλου Ευκρατίδη, ο Ηλιοκλής, έμελε να είναι ο τελευταίος Έλληνας ηγεμόνας της Βακτρίας. Μετά τον θάνατο του Πάρθου βασιλέα Μιθριδάτη Α’, καταφέρνει να ανακτήσει μεγάλο μέρος των δυτικών κτήσεών του. Ήδη όμως είχαν αρχίσει οι μεγάλες μετακινήσεις των ασιατικών νομαδικών λαών, με κύριους εκπρόσωπους τους Σκύθες ή Σάκες και τους Τόχαρους ή Γιουε Ζι (Yue Zhi). Η μαζική εισβολή στο βασίλειο της Βακτρίας (130-128 π.Χ.) θα το καταλύσει ολοκληρωτικά, ενώ όλες οι μεγάλες πόλεις του λεηλατούνται και καταστρέφονται ολοσχερώς. Ο Ηλιοκλής θα καταφύγει στα λίγα εδάφη νότια του Ινδικού Καυκάσου, που είχε καταφέρει να αποσπάσει μετά τον θάνατο του Μενάνδρου και εγκαθίσταται στην Πευκελαώτιδα, την ινδική Πουρουσαπούρα - δηλ. την πόλη του Πώρου (σημ. Πέσαβαρ του Πακιστάν).

Στο μεταξύ, στο Ελληνο-Ινδικό Βασίλειο του Νότου, μετά το θάνατο του Μενάνδρου, θα τον διαδεχθεί στο θρόνο η ικανή σύζυγός του Αγαθόκλεια, ως επίτροπος του ανήλικου γιου τους Στράτωνος. Ο Στράτων θα ανέλθει στο θρόνο μόλις ενηλικιωθεί, αλλά λόγω της ανικανότητάς του, θα παραμερισθεί από το νεώτερο αδερφό του Απολλόδοτο. Ο Απολλόδοτος Α΄ (115-95 π.Χ. περίπου), υπήρξε ο τελευταίος σημαντικός ηγεμόνας του Ελληνο-Ινδικού Βασιλείου. Μετά το θάνατο του οι Έλληνες θα περιορισθούν σε συνεχή άμυνα κατά της πλημμυρίδας των νομάδων εισβολέων. Η διαμάχη όμως των δύο Δυναστειών, των απογόνων του Ευκρατίδη και του Μενάνδρου, και ο κατακερματισμός της αυτοκρατορίας σε διάφορα μικρά βασίλεια θα φέρουν σύντομα το τέλος. Μια τελευταία αναλαμπή θα σημειωθεί λίγο πριν από τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ., όταν ο Ερμαίος (90-70 π.Χ.), γιος του Αμύντα, από τη Δυναστεία των Ευκρατιδών και η Καλλιόπη, κόρη του Ιππόστρατου, από τη Δυναστεία του Μενάνδρου, θα ενωθούν με τα δεσμά του γάμου, συνενώνοντας ταυτόχρονα και τα Βασίλειά τους (γύρω στο 80 π.Χ.). Λίγο μετά τα μέσα του 1ου αιώνα πΧ οι νομάδες Σάκες θα καταλύσουν και τα λίγα εδάφη που είχαν απομείνει βόρεια του Ινδικού Καυκάσου. Το κράτος του Ερμαίου περιορίστηκε σιγά σιγά στην κοιλάδα του ποταμού Κωφήνος (σημ. Καμπούλ) για να υποκύψει και αυτό τελικά περί το 30 π.Χ. στους νομάδες Γιουε Ζι ή Τόχαρους, που πέρασαν στα νότια από την διάβαση Κυμπέρ του Καυκάσου.

Με τον θάνατο του Ερμαίου έλαβε τέλος το συναρπαστικό και μεγαλειώδες ταξίδι του ελληνικού πολιτισμού στις εξωτικές Ινδίες. Ταξίδι εν πολλοίς άγνωστο, το οποίο όμως σφράγισε ανεξίτηλα την ιστορία και την κουλτούρα των λαών της κεντρικής Ασίας.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ.
Η εκστρατεία τού Αλεξάνδρου στην Ασία, θα είχε μείνει στην ιστορία μόνο σαν ένα στρατηγικό επίτευγμα, αν δεν έφερε μέσα της τους γόνους τής παγκοσμίου πολιτιστικής αναμορφώσεως. Η διάδοση τού ελληνικού πολιτισμού στην Ασία, αποδεδειγμένη μέσω αρχαιολογικών αποστολών, τον κατέστησε οικουμενικό γιά πολλούς αιώνες - τρείς στην Κ. Ασία και σχεδόν δέκα στην Μ. Ανατολή-, έως τον εξισλαμισμό και ακόμα μετά. Έναν αιώνα και πλέον μετά την κατάκτηση από τους Άραβες, η Δαμασκός και η Αλεξάνδρεια, συνέχιζαν να έχουν τα Ελληνικά ως επίσημη γλώσσα τού κράτους (642-750 μ.Χ.). Ο Αλέξανδρος ίδρυσε 70 Αλεξάνδρειες σύμφωνα με τον Πλούταρχο, εκ των οποίων 9 στην αρχαία Βακτριανή, στα όρια τής τεράστιας Αυτοκρατορίας του με την τότε Ινδία. Οι Έλληνες της Βακτρίας και της Ινδίας, αποκομένοι από τους ομοεθνείς τους και την μεσογειακή τους κοιτίδα, ευρισκόμενοι ανάμεσα σε λαούς πολλές φορές εχθρικούς και σε χώρες μυθικές και άγνωστες, κατάφεραν να ακμάσουν και να επιβληθούν πολιτικά για τρείς αιώνες και πολιτιστικά για άλλους δύο και να σημαδέψουν έτσι την πορεία των λαών της κεντρικής Ασίας και της Ινδίας με σημάδια ορατά έως και σήμερα.

Η Ελληνική παρουσία στην κεντρική Ασία δεν ήταν μετεωρική, σαν μιά στιγμιαία λάμψη που σκορπίζει μεν φως αλλά δεν έχει διάρκεια. Όπως στην Δύση ο ηττημένος πολιτικά και στρατιωτικά ελληνισμός καθυπέταξε πολιτιστικά το Λάτιο, έτσι και στην Ανατολή, οι φυλές που κατέκλυσαν την Βακτρία και την Γανδαρίδα υπέστησαν έναν βαθύτατο εξελληνισμό. Οι έλευση των Ελλήνων στην Ινδία προκάλεσε μιά τεχνολογική επανάσταση. Έμαθαν νέες μεθόδους στην πολεοδομία (Ιπποδάμειο σύστημα), την αρχιτεκτονική, τις οχυρώσεις, την επεξεργασία μετάλλων, λίθου και ξύλου. Έμαθαν την αστρονομία και τα ονόματα των πλανητών, χρησιμοποίησαν το ελληνικό ημερολόγιο, διδάχθηκαν θεραπευτικές μεθόδους από Έλληνες γιατρούς και έμαθαν να χρησιμοποιούν το νομισματικό σύστημα. Αποδέκτες μιάς διαχρονικά ανεξίθρησκης πολιτικής, έμαθαν από Έλληνες καλλιτέχνες να απεικονίζουν ανθρωπομορφικά τον Βούδα, καθ’ εικόνα και ομοίωση των Ελλήνων θεών.

Όλοι οι λαοί που εισέβαλλαν στην Βακτρία και την Ινδία μετά τους Έλληνες (Σάκες, Πάρθοι, Κουσανοί) θαύμασαν τα έργα τους, σεβάστηκαν τα επιτεύγματά τους και προσπάθησαν να τους μιμηθούν. Χρησιμοποιούσαν την ελληνική γραφή και γλώσσα, απεικόνιζαν - έως και τον 2ο μ.Χ. αιώνα - ελληνικές θεότητες στα νομίσματά τους, ενώ είχαν υιοθετήσει πολλά στοιχεία της ελληνικής παιδείας. Μόνο μετά τον 2ο αιώνα μ.Χ. μπορούμε να πούμε πως η ελληνική μειονότητα αφομοιώθηκε - όπως ήταν φυσικό - και έπαψε να υπάρχει σαν ξεχωριστό σώμα, όπως επίσης έπαψε να χρησιμοποιείται δημόσια η ελληνική γλώσσα. Και έτσι, μετά από πέντε ολόκληρους αιώνες κυριαρχίας και πολιτιστικής επιρροής, έλαβε τέλος ένα από τα πιό συναρπαστικά όσο και άγνωστα κεφάλαια της Ελληνικής Ιστορίας, που γράφτηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον φυσικό χώρο της!

Οι Έλληνες της Ασίας, οι “σεβαστοί ως οι θεοι”, οι “παντογνώστες”, οι “ορμητικοί στην μάχη”, όπως τους αποκαλούν τα Ινδικά χρονικά, όντας ολιγάριθμοι αλλά με απόλυτη συνείδηση της καταγωγής τους, κατάφεραν να μεταφυτεύσουν τον πολιτισμό της μεσογειακής πατρίδας τους στο εξωτικό περιβάλλον της Ινδίας και της Κεντρικής Ασίας, με έναν τρόπο που είχε οραματισθεί αιώνες πριν, αλλά χωρίς να προλάβει να τον ολοκληρώσει, ο Μέγας Αλέξανδρος.

Επιμέλεια κειμένου: Σ. Χριστοδούλου (πρόεδρος Ε.Σ.Φ.Ι.Π.Σ.)

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο