H ΓΑΛΑΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ 280 μ.Χ. και η Μάχη των Θερμοπυλών

Oι Γαλάτες δεν ήταν εντελώς άγνωστοι στους αρχαίους Έλληνες. Ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος είχε στείλει Κέλτες μισθοφόρους στην Ελλάδα για να ενισχύσει τους σύμμαχους του Λακεδαιμόνιους εναντίον των Βοιωτών το 369 π.Χ., ενώ το 335 π.Χ. ο Μ. Αλέξανδρος δέχθηκε αντιπροσωπεία από πρέσβεις των Κελτών, που κατοικούσαν στα παράλια της Αδριατικής.

H λέξη "Γαλάτες" είναι παραφθορά της λέξεως "Κέλται", που είναι εθνονύμιο και την οποία πρωτοχρησιμοποίησε ο Έλληνας γεωγράφος Εκαταίος ο Μιλήσιος το 517 π.Χ., μιλώντας για τους κατοίκους της σημερινής Μασσαλίας!
Αρχικά αυτοί κατοικούσαν στην λεκάνη του ποταμού Δούναβη στην Κεντρική Ευρώπη και από 'κει, μετανάστευσαν προς δύο κατευθύνσεις: προς Δυτικά, φθάνοντας μέχρι και την σημερινή Βρετανία, αλλά και νοτιοανατολικά...στην βαλκανική χερσόνησο!

Το έτος 280 π.Χ.
50 χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη Μ. Αλέξανδρου, ο κόσμος της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου εξακολουθούσε να σπαράσσεται  από τους συνεχείς πολέμους μεταξύ των διαδόχων του για την κυριαρχία στις αχανείς κτήσεις που αυτός άφησε πίσω του. Το βασίλειο της Μακεδονίας ήταν αποδυναμωμένο από αυτούς τους πολέμους για την διαδοχή. Στα δυτικά, ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος είχε στρέψει τώρα την προσοχή του ενάντια σε μια νέα ανερχόμενη πολιτική δύναμη: τους Ρωμαίους. Στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι ελληνικές πόλεις κράτη δεν ήταν πλέον τίποτα περισσότερο από σκιές τους ένδοξου παρελθόντος της κλασικής Ελλάδας.

Αυτές οι συγκυρίες έδωσαν την ευκαιρία στους Γαλάτες να ξαναστρέψουν το ενδιαφέρον τους νοτιότερα, προς τη Μακεδονία και τις ελληνικές πόλεις...

Η Γαλατική εισβολή.
Ο γεωγράφος Παυσανίας, ο ιστορικός Μέμνων, αλλά και ο Ιουστίνος, ο Λίβιος και ο Πλούταρχος ,ανάμεσα σε άλλους, μας μίλησαν για αυτή την ιστορία...

Ο πληθυσμός των Γαλατών χωρίστηκε στα τρία. Κάποιοι κινήθηκαν νοτιοανατολικά και ένα άλλο κομμάτι τους προς τα νοτιοδυτικά. Μια μεγάλη στρατιά τέλος, που αριθμούσε 20.000 Γαλάτες, με αρχηγό τον Βόλγιο (που ίσως να ήταν και εθνονύμιo) κινήθηκε νοτίως, εναντίον του βασιλείου της Μακεδονίας, με σκοπό να λεηλατήσουν την χώρα. Μαζί τους είχαν και ένα στρατό από σύμμαχους Δάρδανες Θράκες, με τους οποίους οι Μακεδόνες είχαν αιώνια διαμάχη.

Στην Μακεδονία βασιλιάς ήταν τότε ο Πτολεμαίος Κεραυνός, πρωτότοκος γιός του ομώνυμου στρατηγού του Μ. Αλεξάνδρου. Μόλις πρόσφατα είχε ανέβει στο θρόνο με την βία, αφού νίκησε τον βασιλιά Λυσίμαχο.

Ενώ είχε λάβει προειδοποίηση για την επερχόμενη εισβολή, για κάποιο λόγο δεν θεώρησε απαραίτητο να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Επίσης αμελώντας να έρθει σε συνεννόηση με τους γείτονες του Δάρδανες Θράκες και υποτιμώντας τις δυνάμεις των εισβολέων, έσπευσε να τους αντιμετωπίσει καθώς αυτοί διέσχιζαν την κοιλάδα του Αώου ποταμού. Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί συντριπτική ήττα, να αποδεκατιστεί ο στρατός της Μακεδονίας και ο ίδιος να χάσει την ζωή του κατά την μάχη!

Μετά τον θάνατο του βασιλιά Πτολεμαίου Κεραυνού, επικράτησε πολιτικό χάος και οι βάρβαροι βρήκαν την ευκαιρία να λεηλατήσουν τη χώρα. Η ύπαιθρος ερημώθηκε και οι άμαχοι κατέφυγαν στις πόλεις, οι οποίες γλύτωσαν την λεηλασία καθώς οι βάρβαροι αγνοούσαν την πολιορκητική τέχνη.

Την ηγεσία του διαλυμένου μακεδονικού στρατού ανέλαβε τότε ο στρατηγός του Λυσίμαχου Σωσθένης, που κατόρθωσε με συχνές μικροεπιθέσεις να αποτρέψει μεγαλύτερες καταστροφές και ανάγκασε τους Γαλάτες να επιστρέψουν στις εστίες τους προς τον βορρά.

Τις καταστροφές που προξένησαν οι Γαλάτες στη Μακεδονία τις είχαν μάθει φυσικά και οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδας. Ελπίζοντας όμως πως πρόκειται απλώς για μία ληστρική επιδρομή έμειναν αδρανείς. Οι Γαλάτες όμως, επέστρεψαν την επόμενη χρονιά (279 π.χ.), με αρχηγό κάποιον Βρέννο (ίσως πρόκειται και πάλι για τίτλο και όχι για κάποιο αληθινό όνομα) και αυτή την φορά συνοδεύονταν από τα γυναικόπαιδα τους, γεγονός που σήμαινε πως ανάμεσα στα άλλα, σκόπευαν και σε μόνιμη εγκατάσταση.

Τότε μόνο οι ελληνικές πόλεις αντιληφθήκαν τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχαν και συνασπίστηκαν για να αντιμετωπίσουν με συμμαχικό στρατό την εισβολή. Δυστυχώς όμως η ένωση αυτή έγινε σε περιορισμένη έκταση. Οι ευγενείς της Θεσσαλίας, φοβούμενοι τα χειρότερα, ήρθαν σε συνεννόηση με τον Γαλάτη πολέμαρχο και του επέτρεψαν να διαβεί την χώρα τους υπό τον όρο να μην λεηλατήσει τα κτήματα τους. Επιπλέον, ο Αντίοχος και ο Αντίγονος Γονατάς (δύο από τους διαδόχους του Μ. Αλέξανδρου), καθώς βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους, δεν ήταν σε θέση να συμβάλλουν σημαντικά στην άμυνα κατά των βαρβάρων, Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το βάρος της πολεμικής προετοιμασίας κατά των Γαλατών έπεφτε κυρίως στους Αιτωλούς και τους Βοιωτούς. Οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοι τους στη Νότια Ελλάδα, θεωρούσαν τους εαυτούς τους πολύ ασφαλείς από τον κίνδυνο και εκτός των άλλων απέβλεπαν στην εξασθένηση των άλλων, βορειότερων από αυτές ελληνικών πόλεων.

Η μάχη στις Θερμοπύλες.
Το πέρασμα των Θερμοπυλών, λόγω της φυσικής του αμυντικής τοποθεσίας, υπήρξε σημείο άμυνας πολλές φορές κατά την διάρκεια της ιστορίας. Εκτός από την φημισμένη μάχη στην οποία αποθανατίστηκαν ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας και οι 300 επίλεκτοι του (…μαζί με τους συμμάχους τους) , στο ίδιο ακριβώς σημείο έγινε μάχη μεταξύ των Ελλήνων κατά τον πόλεμο ενάντια στον βασιλιά Φίλιππο ΄Β της Μακεδονίας, αλλά και πολλές άλλες μάχες (ενάντια στους Ρωμαίους και μετά ενάντια στους Γότθους για να αναφέρουμε ορισμένες), με πιο τελευταία την μάχη των Θερμποπυλών μεταξύ Βρεττανών και Γερμανών, κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κατά την υποχώρηση των πρώτων από την Ελλάδα!

Τον βαρύ χειμώνα του 279 π.Χ. η στρατιά των βαρβάρων που κινήθηκε προς το νότο για να διασχίσει το πέρασμα των Θερμοπυλών πρέπει να αριθμούσε κοντά στους 30.000 πολεμιστές. Ο πολέμαρχος τους Βρέννος, είχε πείσει το συμβούλιο των αρχηγών των φυλών, πως οι ελληνικές πόλεις και ναοί και πιο συγκεκριμένα το μαντείο των Δελφών, ήταν φορτωμένα με θησαυρούς.

Οι ελληνικές πόλεις της Αιτωλίας, της Βοιωτίας, της Φωκίδας και της Αθήνας, κατάφεραν να συγκεντρώσουν περίπου 20.000 πεζούς και 1.500 ιππείς για να υπερασπιστούν το στενό. Την ηγεσία του συμμαχικού στρατεύματος, μετά από έντονες διαφιλονικίες ανέλαβε ο Αθηναίος Κάλιππος.

Την εποχή εκείνη, αν και η τοπογραφία των Θερμοπυλών διέφερε αρκετά από την σημερινή εικόνα, ωστόσο το πέρασμα δεν ήταν η στενωπός στην οποία αμύνθηκε ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας. 200 χρόνια σχεδόν μετά από την εποχή εκείνη, τα φερτά υλικά του ποταμού Σπερχειού και των παρακείμενων χειμάρρων είχαν μετατρέψει την περιοχή σε έλος. Στην ελώδη αυτή παραλία αγκυροβόλησε, προς ενίσχυση των Ελλήνων υπερασπιστών και ο στόλος που χρηματοδότησε ο μακεδόνας διοικητής των Αθηνών.

Αρχικά οι Έλληνες έστησαν άμυνα στην κοίτη του ορμητικού Σπερχειού καταστρέφοντας όλες τις γέφυρες. Επιδεικνύοντας αναπάντεχη πανουργία, ο Βρέννος έστειλε μεγάλο αριθμό των πολεμιστών του να διασχίσουν νύχτα τον ποταμό, από τις ελώδης εκβολές του, χρησιμοποιώντας τις ξύλινες οβάλ ασπίδες τους ως αυτοσχέδιες σχεδίες! Μπροστά στον κίνδυνο της άμεσης περικύκλωσης η ελληνική εμπροσθοφυλακή υποχώρησε και συνενώθηκε με το κύριο σώμα του στρατού στο στενό.

Κατόπιν τούτου, ο Βρέννος υποχρέωσε τους Έλληνες αιχμαλώτους του να επισκευάσουν μια γέφυρα και πραγματοποίησε την διέλευση του Σπερχειού με το σύνολο των δυνάμεων του. Το επόμενο πρωινό επιτέθηκε στις θέσεις άμυνας των Ελλήνων, όπου όμως συνάντησε σφοδρότατη αντίσταση από τους προετοιμασμένους υπερασπιστές των στενών. Ο ελληνικός  στρατός με την κάλυψη της πρωινής ομίχλης και εντελώς συνταγμένα και πειθαρχημένα έκλεισε το πέρασμα. Οι Γαλάτες βάλλονταν αδιάκοπα από τοξεύματα και ακόντια από τα υψώματα που βρίσκονταν δίπλα στο στενό , αλλά και από τον στόλο που είχε μετακινηθεί σε κατάλληλη παράκτια θέση. Παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις τους και ενώ μάχονταν απελπισμένα, ακόμα και με δόρατα καρφωμένα στα πλευρά τους, οι Γαλάτες δεν κατόρθωσαν να διασπάσουν τον κλοιό άμυνας των οπλιτικών ασπίδων που έφραζαν το πέρασμα. Επιπλέον, το πολυάριθμο ιππικό τους ήταν εντελώς άχρηστο στη συγκεκριμένη κακοτράχαλη τοποθεσία. Με το τέλος της επιθέσεως, χιλιάδες νεκροί Γαλάτες κείτονταν νεκροί στο πέρασμα, κατατρυπημένοι από ακόντια και βέλη, ενώ άλλοι τόσοι βρήκαν θάνατο από πνιγμό στα παρακείμενα έλη κατά την υποχώρηση τους, με τους Έλληνες να θρηνούν μόλις 40 πολεμιστές!

Καθώς έγινε φανερό πως το πέρασμα θα ήταν σχεδόν αδύνατο να κυριευθεί με κατά μέτωπον επίθεση, ο Βρέννος σκέφθηκε να λεηλατήσει την ενδοχώρα για να αποσυντονίσει τους υπερασπιστές του στενού. Και πράγματι, με την είδηση πως οι βάρβαροι κατάστρεψαν την κοντινή μικρή πόλη Κάλλιο, οι Αιτωλοί, που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής δύναμης, εγκαταλείψαν τις θέσεις τους για να υπερασπιστούν τις οικογένειες τους στα περίχωρα. Συγχρόνως, αντιγράφοντας την τακτική που ακολούθησαν οι Πέρσες δύο αιώνες νωρίτερα, οι Γαλάτες επιχείρησαν να περικυκλώσουν τις ελληνικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας το ίδιο ακριβώς ορεινό πέρασμα που είχε χρησιμοποιήσει ο Πέρσης Υδάρνης το 480 π.Χ. (…και το οποίο τους το υπέδειξαν ντόπιοι, μέσα στην προθυμία τους να απαλλαγούν από τους βάρβαρους εισβολείς το συντομότερο δυνατόν!) Ευτυχώς, αυτή την φορά η είδηση της κυκλωτικής κίνησης ήρθε εγκαίρως και έτσι οι δυνάμεις που είχαν μείνει να φυλάνε το στενό αποσύρθηκαν με ασφάλεια χάρη στην παρέμβαση του στόλου.

Προς το μαντείο των Δελφών.

Μη χάνοντας ούτε λεπτό και θεωρώντας πως ο δρόμος είναι ανοιχτός πλέον προς το ανυπεράσπιστο θησαυροφυλάκιο των Δελφών, Ο Βρέννος οδήγησε τον στρατό του μέσα από την ορεινή ενδοχώρα. Υπολόγισε όμως χωρίς την επιμονή των Αιτωλών και Φωκέων, οι οποίοι αδιάκοπα παρενοχλούσαν με μικροεπιθέσεις την δύσκολη προέλαση του μέσα από την χιονισμένη χώρα. Εξαντλημένοι από την πείνα και το κρύο και αποδυναμωμένοι από τον ασταμάτητο ανταρτοπόλεμο που τους εξαπέλυσαν οι κάτοικοι της περιοχής, οι Γαλάτες πανικοβλήθηκαν, όταν κατά την διάρκεια μιας τρομερής νυχτερινής καταιγίδας κατολισθήσεις βράχων καταπλάκωσαν πολλούς από αυτούς. Με τον ερχομό της αυγής, και με την πεποίθηση πως όλα αυτά είναι έργα του εξοργισμένου θεού Απόλλωνα, η νέα επίθεση των Ελλήνων βρήκε τους Γαλάτες επιδρομείς σε τέτοια σύγχυση και πανικό, ώστε οι ίδιοι φόνευαν τους βραδυπορούντες συντρόφους τους, προκειμένου να γλυτώσουν! Μέσα σε αυτή την γενική αναταραχή, ο αρχηγός τους Βρέννος πληγώθηκε και μπροστά στον κίνδυνο που διέτρεχε από τους συντρόφους του για την ταπεινωτική αυτή ήττα, επέλεξε να αυτοκτονήσει!

Κατόπιν τούτου, οι Γαλάτες υποχώρησαν ατάκτως, με τους Έλληνες να τους καταδιώκουν ανηλεώς. Από την μεγάλη ορδή των Γαλατών δεν είχαν απομείνει πιά παρά μονάχα δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα κατάφερε να επιστρέψει στην κοιλάδα του Δούναβη και το άλλο κινήθηκε προς την Θράκη.

Το τέλος της εισβολής.

Τελικά, κάποιοι επιζώντες επιδρομείς (περί τις 10.000), προσλήφθηκαν ως μισθοφόροι στο στρατό του βασιλιά Νικομήδη της Βιθυνίας (σημερινή Προποντίδα), για να τον βοηθήσουν να νικήσει τον αδερφό του, στον πόλεμο για την διαδοχή στο θρόνο.

Αυτοί οι Γαλάτες, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους, έλαβαν την άδεια να εγκατασταθούν στην περιοχή και να ιδρύσουν εκεί το βασίλειο της Γαλατίας (κοντά στην Άγκυρα της σημερινής κεντρικής Τουρκίας).Το όνομα αυτό το διατήρησε η επαρχία αυτή και κατά τους ρωμαϊκούς και κατόπιν βυζαντινούς χρόνους. Στις πρωτοχριστιανικές εκκλησίες αυτής της ανατολικής ρωμαϊκής επαρχίας απευθύνεται και ο Απόστολος Παύλος στις «Προς Γαλάτες» επιστολές του και όχι στους Γαλάτες της βορειοδυτικής Ευρώπης!

Ν. Π. Δαλαμπύρας

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο