ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ - Οι άνθρωποι του βορρά εισβάλλουν στην ανατολή

Η λέξη Νορμανδός είναι γερμανικής/σκανδιναυικής προέλευσης και σημαίνει άνθρωπος του βορρά. Ο λαός που αργότερα έμεινε στην ιστορία με το όνομα αυτό, ήταν τμήμα της μεγάλης εθνότητας που κατοικούσε στις Σκανδιναβικές χώρες που είναι πιό γνωστή και με την ονομασία Βίκινγκς.

Λαός με πρωτόγονο πολιτισμό, αλλά εξαίρετοι ναυτικοί, ανέπτυξαν μεγάλη πειρατική δράση έχοντας σαν κύρια απασχόλησή τους ληστρικές επιδρομές κυρίως στην ακτογραμμή της σημερινής δυτικής Ευρώπης, όπου υπήρχαν διάφορες Φραγκικές ηγεμονίες και βασίλεια. Με τα χρόνια απέκτησαν εμπειρία στην ναυσιπλοϊα και έγιναν πιό τολμηροί στις μετακινήσεις τους, και από τον 9ο μΧ αιώνα εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της βόρειας Ευρώπης. Ένα κύμα Βίκινγκ που προερχόταν από τη Νορβηγία, εγκαταστάθηκε στα μέσα του 9ου αιώνα στην Ιρλανδία, ενώ την ίδια εποχή Βίκινγκ της Σουηδίας κατέλαβαν τη Φινλανδία και προχώρησαν στη Ρωσία, όπου εγκαταστάθηκαν και πήραν την ονομασία Βάραγγοι. Οι Βίκινγκ της Δανίας κατέλαβαν ένα μέρος της Αγγλίας στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα, ενώ από το 1013 έως το 1042 τα σαξωνικά φύλα που είχαν αποικίσει τα σημερινά Βρετανικά νησιά, αναγκάσθηκε να αναγνωρίσει την κυριαρχία των βασιλιάδων του. Βίκινγκ ανακάλυψαν την Γροιλανδία τον 12ο αιώνα ενώ την ίδια περίοδο δημιούργησαν βραχύβιες αποικίες στην Βόρεια Αμερική.

Παράλληλα, άλλα κύματα πληθυσμών Βίκινγκ επιχειρούσαν συνεχείς επιδρομές στη Γερμανία και στη Γαλλία από την οποία απέσπασαν κατά καιρούς εδάφη, ώσπου, στις αρχές του 10ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 911 μΧ, ο Φράγκος βσιλέας Κάρολος Γ’ ο Απλός (Charles III le Simple) σε μια προσπάθεια να μειώσει τις καταστροφές που προκαλούσαν, προσέφερε στον αρχηγό τους Ρόλλο (εκλατινισμένο Νορβηγικό όνομα Χρόλφ) τον τίτλο του Δούκα και μία εκταση γής για μόνιμη εγκατάσταση του λαού του, σε αντάλαγμα με υπόσχεση πίστης στους βασιλείς των Φράγκων. Σιγά σιγά το αρχικό τους όνομα έγινε Νορμανδοί και η γή που τους παραχωρήθηκε πήρε την ονομασία τους από αυτούς - Νορμανδία - ονομασία που την διατηρεί μέχρι σήμερα.

Συνέχεια των Επιδρομών και Κατακτήσεων

Με την μόνιμη εγκατάστασή τους στην σημερινή νοτιοδυτική Γαλλία, οι Νορμανδοί υιοθέτησαν την Ρομανική (λατινογενή) γλώσσα, δημιουργώντας μάλιστα μία δική τους διάλεκτο τα Νορμανδικά, ενώ παράλληλα εκχριστια¬νί-σθη¬καν. Επιπλέον, ήρθαν σε επαφή με το άλογο και σιγά σιγά εξελίχθηκαν σε εξαίρετους ιππείς. Αυτό σε συνδυασμό με το πατροπαράδοτο πολεμικό και ηρωϊκό τους πνεύμα, τους μετέτρεψε σε τρομερούς και επίφοβους πολεμιστές, πασίγνωστους για τις ορμητικές εφόδους των βαρειά θωρακισμένων ιππέων - που από τότε ονομάζονται Ιππότες - που ήταν σχεδόν αδύνατον να αντιμετωπισθούν και σκορπούσαν τον τρόμο στους αντιπάλους τους.

Η πολεμική τους δεξιότητα έγινε γρήγορα γνωστή και πολλοί Νορμανδοί ιππείς υπηρέτησαν σαν μισθοφόροι σε άλλους στρατούς, όπως τον Βυζαντινό και τον Σελτζουκικό, και ηγεμόνες όπως και τον Πάπα της Ρώμης της Πρεσβυτέρας. Πολύ σύντομα βέβαια, παρακινούμενοι από το ληστρικό - επιδρομικό πνεύμα των προγόνων τους, άρχισαν να εκστρατεύουν εναντίον των γειτονικών τους και μακρινότερων χωρών.

Το 1017 μΧ προσλήφθηκαν από τους Λομβαρδούς κατοίκους της Ιταλίας για να τους συνδράμουν στους πολέμους τους κατά των Σαρακηνών. Η χώρα τους άρεσε τόσο που αποφάσισαν να την καταλάβουν και να εγκατασταθούν εκεί. Η εμφάνιση των Νορμανδών στην Κάτω Ιταλία έδωσε θάρρος στον - λατίνο πλέον - πάπα και ενίσχυσε τα κατακτητικά του σχέδια. Μετά από μία αρχική σύγκρουση κατά την οποία τα παπικά στρατεύματα ηττήθηκαν στην μάχη του Σιβιτάτε το 1053 και ο ίδιος ο πάπας συνελήφθη αιχμάλωτος, στην συνέχεια συμμάχησε μαζί τους και ευλόγησε το έργο τους. Τους παρότρυνε να στραφούν εναντίον των επαρχιών του Βυζαντίου και με κάθε τρόπο, ηθικό και υλικό, τους βοήθησε στην πραγματοποίηση των σκοπών τους.

Οι - νομιμοποιημένοι πλέον - εισβολείς Νορμανδοί, αρχίζουν τώρα να επιτίθενται εναντίον των Βυζαντινών πόλεων της Κάτω Ιταλίας. Ενισχύουν τους διαφόρους επαναστάτες κατά του αυτοκράτορα και αποσπούν μια-μια τις ιταλικές χώρες απ’ το Βυζάντιο. Με αρχηγό τους το Ροβέρτο Γυισκάρδο (Robert Guiscard) και με τη βοήθεια των αδελφών του Γουιλιέλμου και Βοημούνδου πολεμούν συστηματικά πλέον εναντίον των Βυζαντινών στην περιοχή αυτή. Η Κωνσταντινούπολη αντιδρά με ένα εκστρατευτικό σώμα υπό τον Γεώργιο Μανιάκη, αλλά τελικά αυτό ανακαλείται χωρίς αποτέλεσμα.Το 1059 μΧ κυριεύουν την Απουλία, το 1060 την Καλαβρία και στην συνέχεια (1068 μΧ) πολιορκούν την Βάριδα (Μπάρι). Με την κατάληψή της πόλης αυτής στις 6 Απριλίου του 1071, τελείωσε οριστικά η Βυζαντινή κυριαρχία από την Μεγάλη Ελλάδα. Παράλληλα, από το 1061 ο αδελφός του Ροβέρτου Ρογήρος (Roger Guiscard) πολιόρκησε τις Συρρακούσες και έως το 1072 ολόκληρη η Σικελία πέρασε σε Νορμανδικά χέρια. Ο Ρογήρος B’, γιος του Ρογήρου A’, συγκέντρωσε την κληρονομιά του πατέρα και του θείου του και στέφθηκε βασιλιάς της Σικελίας το 1130. Έγινε έτσι ο πρώτος ηγεμόνας του ενωμένου βασιλείου της νότιας Ιταλίας. Από τους πρωταγωνιστές της A’ Σταυροφορίας είναι και οι Noρμανδοί, οι οποίοι ίδρυσαν μετά την κατάκτηση της Συρίας το πριγκιπάτο της Αντιόχειας.

Το 1066 μΧ ο δούκας της Νορμανδίας Γουλιέλμος, που μετέπειτα ονομάσθηκε Κατακτητής, αποβιβάστηκε με στρατό στην Αγγλία, νίκησε τον Άγγλο βασιλιά στην περίφημη μάχη του Άστιγξ (Hastings) και κατέλαβε το αγγλικό βασίλειο, γεγονός αποφασιστικής σημασίας για την ιστορική πορεία της Αγγλίας, διότι έκτοτε οι βασιλείς και η τάξη των ευγενών της Αγγλίας ήταν Νορμανδοί, η δε αγγλική γλώσσα δέχθηκε σημαντικές επιρροές από τα Γαλλικά/Νορμανδικά.

Νορμανδοί και Βυζάντιο

Για το Βυζάντιο η εμφάνιση των Νορμανδών στη Μεσόγειο ήταν ισχυρότατο πλήγμα. Σε μια εποχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την αυτοκρατορία, η σύγχρονη εμφάνιση των Τούρκων στα ανατολικά σύνορα και των Νορμανδών στη Δύση είχε σοβαρότατες συνέπειες. Η κατακτητική ορμή του Ροβέρτου Γυισκάρδου δεν περιορίστηκε στην κατάληψη της Ιταλίας· σκοπός του ήταν να κατακτήσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία και πρώτο βήμα για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού ήταν η κατάληψη της Κέρκυρας και των ακτών της Ηπείρου. Το σχέδιο αυτό του Γυισκάρδου τον έφερε αντιμέτωπο όχι μόνο με το Βυζάντιο, αλλά και με τους Ενετούς, για τους οποίους η κατάληψη του Αυλώνα από τους Nορμανδούς, που κατείχαν ήδη τον Τάραντα, σήμαινε τον αποκλεισμό τους (των Ενετών) μέσα στον κόλπο της Αδριατικής. Έτσι, δέχτηκαν πρόθυμα να βοηθήσουν στις επιχειρήσεις τους Βυζαντινούς, οι οποίοι για να τους αμείψουν εγκαινίασαν την παραχώρηση μεγάλων εμπορικών προνομίων, που θα συνέχιζαν και αργότερα με μοιραία αποτελέσματα για το Βυζάντιο, αφού το γεγονός αυτό σήμαινε την απαρχή της εμπορικής και οικονομικής παρακμής της αυτοκρατορίας και παράλληλα της εμπορικής επικράτησης των Ενετών στην Ανατολή. Η συνεργασία Βυζαντίου και Ενετών είχε, τελικά, ως αποτέλεσμα την ήττα των Νορμανδών στη θάλασσα· αντίθετα, στην ξηρά οι τελευταίοι νίκησαν και κατέλαβαν το Δυρράχιο. Τον αγώνα του Γυισκάρδου, που αναγκάστηκε να γυρίσει στην Ιταλία, συνέχισε ο γιος του Βοημούνδος, που προχώρησε στο εσωτερικό και πολιόρκησε τη Λάρισα, αλλά τελικά αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία.

Δεύτερη εκστρατεία του Γυισκάρδου με στόλο, εναντίον του Αυλώνα και Βουθρωτού κατέληξε σε νέα ήττα χάρη στη βοήθεια του βενετικού στόλου. Η δεύτερη μεγάλη απόπειρα εναντίον του Βυζαντίου έγινε το 1147. Ο Ρογήρος B’ της Σικελίας, με αιφνιδιαστική επίθεση κατέλαβε την Κέρκυρα, ενώ παράλληλα έκανε ληστρικές επιδρομές στη Θήβα και στην Κόρινθο, απ’ όπου μετέφερε μεταξουργούς στο Παλέρμο και απογύμνωσε τη μεταξουργία των δύο αυτών πόλεων. Για την ανακατάληψη της Κέρκυρας ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός έστειλε εναντίον τους ισχυρό στρατό και στόλο με επικεφαλής τον ικανό στρατηγό Στέφανο Κοντοστέφανο και όταν αυτός σκοτώθηκε, στην προσπάθειά του να καταλάβει το φρούριο, ανέλαβε αυτοπροσώπως τον αγώνα. Η Κέρκυρα ανακατελήφθη τελικά ύστερα από πολιορκία τριών μηνών. Τα σχέδια όμως του Μανουήλ να καταλάβει την Ιταλία τον έφεραν σε σύγκρουση με τον Γουλιέλμο A’, διάδοχο του Ρογήρου, ο οποίος το 1156 μΧ νίκησε τον βυζαντινό στρατό στο Μπρίντιζι, κατέστρεψε το Μπάρι και ανάγκασε τον αυτοκράτορα να συνθηκολογήσει (1158) και να εγκαταλείψει την Ιταλία.

Νέα ευκαιρία για δράση δόθηκε στους Νορμανδούς επί Ανδρόνικου A’ Κομνηνού. Η γενική δυσφορία εναντίον του αυτοκράτορα οδήγησε τους αντιπάλους του να ζητήσουν την επέμβαση του Νορμανδού ηγεμόνα Γουλιέλμου B’ (1166 - 1189 μΧ), που επωφελήθηκε και επεδίωξε να πραγματοποιήσει τα σχέδια των προκατόχων του. Αφού κατέλαβε το Δυρράχιο, οργάνωσε επίθεση εναντίον της Θεσσαλονίκης από ξηρά και θάλασσα και, παρά την ηρωική άμυνα, η πόλη κατελήφθη από τους Νορμανδούς (24 Αυγούστου 1185), οι οποίοι σφαγίασαν 7.000 Έλληνες και κατά την συνήθειά τους λεηλάτησαν απάνθρωπα τον τόπο. Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης οι Νορμανδοί έστειλαν στρατό στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που κορύφωσε την αντίδραση εναντίον του Ανδρόνικου και οδήγησε σε στάση εναντίον του. Μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου B’ το βασίλειο της νότιας Ιταλίας πέρασε στα χέρια του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ’ και σταμάτησε η δράση των στη Μεσόγειο.

Επίλογος

Η Νορμανδία έπαψε να υφίσταται σαν κρατική οντότητα το μετά την μάχη του Μπουβέν (Bouvines) 1214, όταν καταλύθηκε από τον Φίλιππο Β’ της Γαλλίας, στα πλαίσια του δωδεκαετούς πολέμου του εναντίον του Ιωάννη του Ακτήμονος της Αγγλίας (1202 - 1214).

Οι νορμανδικές επιδρομές είναι από τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα του Μεσαίωνα, όχι μόνο για την Μεσαιωνική Ρωμαϊκή (ή Βυζαντινή) Αυτοκρατορία αλλά και για όλη την Ευρώπη. Οι ίδιοι οι Νορμανδοί είχαν μεγάλη επίδραση στα πολιτικά πράγματα της μεσαιωνικής Ευρώπης και επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξή της. Εκτός από την πολεμική τους δεινότητα και τις κατακτήσεις τους σε Δύση και Ανατολή, στην ιστορία έμειναν και για την πολιτιστική τους κληρονομιά, όπως την ιδιόμορφη αρχιτεκτονική τους που συναντούμε και σήμερα σε καθεδρικούς ναούς και ιστορικά κάστρα της Δύσης, την γλώσσα τους, που επηρέασε και μορφοποίησε την σύγχρονη Αγγλική γλώσσα και την μουσική τους.

Η Νορμανδική επιρροή στους τομείς αυτούς εξαπλώθηκε από την Αγγλία, την Σκωτία, την Ουαλλία και την Ιρλανδία, έως την Σικελία και την Μέση Ανατολή όπου ίδρυσαν το Πριγκηπάτο της Αντιόχειας.

Βίκινγκς ή Νορμανδοί

Οι κάτοικοι των σκανδιναβικών χωρών που, ως θαλασσοπόροι, πολεμιστές, πειρατές και έμποροι, εξορμούσαν στις θάλασσες και στις ακτές της βόρειας Ευρώπης από τον 7o έως τον 11o αι., φτάνοντας μέχρι την Ισλανδία, τη Γροιλανδία και το Λαμπραντόρ. Οι λαοί που είχαν εγκατασταθεί από τον 1o αι. μ.Χ. στη Νορβηγία, στη Σουηδία και στη Δανία εξελίχθηκαν σε κοινωνίες με αγροτικό χαρακτήρα και έντονη κλίση στο εμπόριο. Τα όρια όμως ανάμεσα στο εμπόριο και στην πειρατεία ήταν ασαφή και το ένα κατέληγε εύκολα στο άλλο. Η μεταπήδηση αυτή ευνοήθηκε από τη δεξιοτεχνία των Βίκινγκς. στη ναυπηγική και από τη συγκρότηση της κοινωνίας τους, όπου η κυρίαρχη τάξη των πολεμιστών διατηρούσε τις παλαιές ηρωικές παραδόσεις και συνήθειες, στις σκόρπιες κοινότητες σε όλη την έκταση της Σκανδιναβίας.

Ο δοξασμένος θάνατος στη μάχη αποτελούσε βασικό στοιχείο της νοοτροπίας των Βίκινγκς, όπως προκύπτει από τον νορμανδικό θρύλο του Κόκκινου Ερρίκου και από το πάνθεον του Θορ και του Βουτίν. Στις κοινωνίες τους ίσχυε ο θεσμός της πολυγαμίας και ένας από τους λόγους που ώθησε τους Βίκινγκς στα υπερπόντια ταξίδια τους ήταν ασφαλώς και η αύξηση του πληθυσμού· κυρίως όμως τα κίνητρα ήταν η δίψα τους για περιπέτεια, η εξερεύνηση νέων χωρών, το εμπόριο και η αρπαγή. Οι Βίκινγκς ανέπτυξαν αξιόλογες εμπορικές σχέσεις, μέσω της Ρωσίας, με το Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Τα κράτη όμως αυτά, με την καλά οργανωμένη άμυνα, ανέκοψαν τις επεκτατικές τάσεις των Βίκινγκς προς τα εδάφη τους. Η γεωγραφική τους θέση τους εξώθησε να τραπούν προς τις θάλασσες και έτσι προς το τέλος του 8ου αι. οι βλέψεις τους άρχισαν να στρέφονται προς τη Δύση, με συνδυασμένες ναυτικές στρατιωτικές εξορμήσεις.

Το Αγγλοσαξονικό Χρονικό αναφέρει ότι η πρώτη τους επιδρομή στη Βρετανία έγινε το 787. Η επιδρομή επαναλήφθηκε το 793 και από τότε οι παράκτιες κοινότητες δοκίμαζαν όλο και πιο συχνά τα ορμητικά τους κύματα: δημιούργησαν ένα βασίλειο στο Δουβλίνο και το 865 αποβιβάστηκε στην Αγγλία η Μεγάλη Στρατιά, με πρόθεση την ολοκληρωτική κατάκτηση και εγκατάσταση των Βίκινγκς στη χώρα. Αναχαιτίστηκαν όμως από τον Αλφρέδο και τους διαδόχους του. Το 890, κατέπλευσαν στα βρετανικά νησιά, κατέλαβαν τα νησιά Σέτλαντ, Ορκάδες και Εβρίδες. Οι επιδρομές αυτές κατέληξαν στη δημιουργία του Αγγλοδανικού βασιλείου του Κνουτ και των δύο γιων του (1016-42).

Οι Βίκινγκς της Νορβηγίας ακολουθούσαν συνήθως την πορεία προς τα βόρεια, φτάνοντας τελικά στην Ιρλανδία. Αργότερα, κατά τον 10o αι. προωθήθηκαν προς την Ισλανδία, ύστερα στη Γροιλανδία και από εκεί, γύρω στο 1000, εξερεύνησαν τη Βίνλαντ (Λαμπραντόρ) και τις ακτές της Βόρειας Αμερικής.

Οι Βίκινγκς της Δανίας διάλεξαν τον δρόμο της Μάγχης, που κατέληγε κι αυτός στην Ιρλανδία και κύριος στόχος τους ήταν οι βόρειες ακτές της ευρωπαϊκής ηπείρου. Στα μέσα του 9ου αι. εγκαταστάθηκαν σε νησιωτικές βάσεις, διέπλευσαν τους ποταμούς της Γαλλίας και εισχώρησαν βαθιά στην αυτοκρατορία του Καρλομάγνου. Το ίδιο το Παρίσι πολιορκήθηκε επανειλημμένα, φαίνεται όμως ότι οι Βίκινγκς ηρέμησαν όταν ο Ρόλο ανακηρύχτηκε δούκας της Νορμανδίας σε αντάλλαγμα της νομιμοφροσύνης του προς τον Φράγκο βασιλιά. Οι Βίκινγκς απέδειξαν ότι είχαν μεγάλη προσαρμοστική ικανότητα, χωρίς να χάσουν τον πολεμοχαρή χαρακτήρα τους. Έτσι, κατόρθωσαν τον 11o αι. να επεκταθούν στην Αγγλία και στη Σικελία.

Άλλοι Βίκινγκς επιτέθηκαν στις γαλλικές ακτές του Ατλαντικού, πέρασαν με τους στόλους τους στη Μεσόγειο και για ένα χρονικό διάστημα διατήρησαν μια βάση στον ποταμό Ροδανό.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα που μας άφησαν οι Βίκινγκς είναι άφθονα. Ανακαλύφθηκαν αρκετά από τα πλοία τους και η κατασκευή τους μας δείχνει ότι μπορούσαν να πλέουν αντίθετα στον άνεμο, προχωρώντας ασφαλώς με κουπιά. Τα πρώτα τους πλοία ήταν μικρά, μέχρι τον 10o και 11ο αι. Τα μικρότερα, με το στενότερο στερεό σκαρί, χρησιμοποιήθηκαν για τα ταξίδια στον ωκεανό, ενώ τα μεγάλα και φαρδιά για μεταναστεύσεις και μεταφορές σε ρηχά νερά. Το πολεμικό πνεύμα της κοινωνίας και η πειρατεία που ασκούσαν οι Βίκινγκς διαπιστώνεται από το πλήθος των θησαυρών που βρέθηκαν ακόμα και στη Ρωσία και στα βαλτικά κράτη, και από τους υπέροχους καταυλισμούς τους, όπως των Τρέλεμποργκ, Φίρκατ και Άγκερσμποργκ στη Δανία. Οι καταυλισμοί αυτοί ανήκουν στις μεταγενέστερες περιόδους και δεν έχουν σχέση με την εκλεκτή μειονότητα των πολεμιστών που πραγματοποίησαν τις πρώτες φάσεις των κατακτήσεων. Οι διακοσμήσεις των Βίκινγκς εμφανίζουν το χαρακτηριστικό πάθος των Γερμανών για τα πολύπλοκα γραμμικά σχεδιάσματα με ενσωματωμένες κεφαλές ζώων. Το αρχαιολογικό ενδιαφέρον για την εποχή των Βίκινγκς αυξήθηκε μετά την ανακάλυψη πολλών ρουνικών επιγραφών, που βρέθηκαν κυρίως στο ανατολικό τμήμα της Σουηδίας, όπου γίνονται συστηματικές ανασκαφές από ειδικούς επιστήμονες.

Σ. Χριστοδούλου

ΕκτύπωσηΗλεκτρονικό ταχυδρομείο